Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

«Γράμμα σε ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ»


                                      ΟΙ ΑΝΗΠΑΝΤΡΕΣ ΜΗΤΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 2013

"Όταν παλιά είχα διαβάσει το βιβλίο «Γράμμα σε ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ» απλά συγκλονίστηκα - και όχι μόνον εγώ γιατί δίκαια είχε αναγνωρισθεί ως αριστούργημα. Μετά από πολλά χρόνια βρίσκομαι μπροστά στην εξαίσια διασκευή του βιβλίου από τη Μάρω Μπουρδάκου αφού στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει η επιστημονική μου ενασχόληση με ζητήματα οικογενειακής ζωής και ιδιαίτερα με τις μονογονεικές οικογένειες. Με άλλη ματιά πια σήμερα μπορώ να παρακολουθήσω αυτόν τον μονόλογο-κατάθεση ψυχής μιας γυναίκας - μιας μελλοντικής ανύπαντρης μητέρας – που, όπως δηλώνει ο τίτλος, θα μπορούσε να είναι ένα γράμμα προς το παιδί που κυοφορεί και τελικά δεν θα γεννηθεί ποτέ.
Δεν έχει σημασία αν διαφωνούμε ή συμφωνούμε με τις επιλογές της ηρωίδας. Το σημαντικό είναι ότι πρόκειται για μια αφήγηση που σε κάνει να αναστοχαστείς για το τι σημαίνει να είσαι ανύπαντρη μητέρα –τι σημαίνει για σένα την ίδια, τον παρόντα/απόντα πατέρα, τον στενό και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Και το παιδί , αν μπορούσε να μιλήσει, τι θα έλεγε; Τι θα επέλεγε; 


Είναι ένα έργο ντοκουμέντο, διαχρονικό και συνάμα σκληρό που ακόμα σοκάρει και προκαλεί πολλή σκέψη. Από τότε που γράφτηκε το βιβλίο μέχρι σήμερα παρατηρούμε ότι αυξάνεται όλο και περισσότερο η επιθυμία για διαμόρφωση της δικής μας οικογενειακής ζωής έξω από δεσμευτικές παραδόσεις και ιδανικά μοντέλα. Επιζητούμε περισσότερο την προσωπική ολοκλήρωση σε ένα πλαίσιο που εξασφαλίζει ελευθερία επιλογής και ισότιμες σχέσεις, που είναι περισσότερο συμβατή με τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, χωρίς να εγκαταλείπονται οι αξίες της φροντίδας και των υποχρεώσεων. Αυτό το γεγονός μας οδηγεί σε ένα πλουραλισμό των μορφών οικογενειακής οργάνωσης.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό που διαμορφώνεται η μητρότητα εκτός γάμου εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες επιλογές. Για ορισμένες γυναίκες αποτελεί μια συνειδητή απόφαση στην οποία καταλήγουν μετά από μακρά διαδικασία επεξεργασίας. Για άλλες η απόφαση είναι πιο παρορμητική , παρόλο που πρόκειται για επιθυμητή εγκυμοσύνη και αποφασίζεται μέσα σε ένα κλίμα αντίστασης/εναντίωσης στα καθιερωμένα ήθη τα οποία θεωρούνται περιοριστικά. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις της ανύπαντρης μητέρας «θύματος» συγκεκριμένων καταστάσεων για την οποία η εγκυμοσύνη δεν ήταν μια επιθυμητή κατάσταση αλλά για διάφορους λόγους αποφασίζουν τελικά να κρατήσουν το παιδί. Με τις τεχνολογίες αναπαραγωγής μια μόνη γυναίκα μπορεί να γίνει επίσης ανύπαντρη μητέρα.. Υπάρχουν πολλές εκφάνσεις της μητρότητας εκτός γάμου στη συνέχεια: μπορεί το παιδί να δοθεί για παιδοθεσία ή να μεγαλώσει σε πολλές και διαφορετικές συνθήκες.


Σήμερα η μητρότητα εκτός γάμου είναι μια πιο επιθυμητή μητρότητα από ότι ήταν παλιά, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις για αυτήν τροποποιούνται σταδιακά και αποστιγματίζεται.
Το κύριο «πρόβλημα» που έθετε και θέτει η ανύπαντρη μητέρα στην κοινωνία είναι η αμφισβήτηση της λειτουργίας του άνδρα/πατέρα.
Είναι χαρακτηριστική η αποσιώπηση που υπάρχει συχνά για την αθέατη συνιστώσα, δηλ. για τον ‘πατέρα’ του παιδιού της ανύπαντρης μητέρας.
Ενώ το ποσοστό της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης –ιδίως της εφηβικής –βρίσκεται στη χώρα μας σε υψηλό επίπεδο, εντούτοις ένας μικρός αριθμός γυναικών σε σχέση με το ύψος των αμβλώσεων ολοκληρώνουν την εγκυμοσύνη τους φέρνοντας στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου. Υπάρχει μια σχετική στασιμότητα στο ποσοστό των γεννήσεων εκτός γάμου σε σύγκριση με άλλες χώρες όπου υπάρχει αυξητική τάση (στην Ελλάδα σε λιγότερο από 30 χρόνια το ποσοστό των γεννήσεων εκτός γάμου τετραπλασιάστηκε -από 1,5% το 1980 σε σχεδόν 6% το 2007). Παρόλη την αύξηση των εκτός γάμου γεννήσεων τα 30 τελευταία χρόνια η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Βέβαια και η Εκκλησία έπαιξε το ρόλο της στη διαμόρφωση μιας αρνητικής στάσης για το θέμα αυτό. Να μη ξεχνάμε και ότι μερικά παιδιά «διοχετεύονται» άμεσα σε ζευγάρια και έτσι δεν καταγράφονται στις γεννήσεις εκτός γάμου. 

Φαίνεται ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις όσον αφορά τη δημιουργία οικογένειας και την τεκνοποιία αλλάζουν και στην χώρα μας όπως συνέβη στην υπόλοιπη Ευρώπη πριν από μερικές δεκαετίες. Πάντως αποτελεί ακόμα και σήμερα για την χώρα μας η εκτός γάμου μητρότητα κοινωνική «ντροπή» και δεν είναι ανεκτική.

Ο γάμος χάνει σταδιακά την σημασία του ως μοναδικό πλαίσιο για την ανατροφή των παιδιών –ιδιαίτερα για τις νεαρές μορφωμένες Ελληνίδες που δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν τη συγκατοίκηση παρά το γάμο. Πάντως τα ποσοστά των γεννήσεων εκτός γάμου παρουσιάζουν μεγάλη γεωγραφική διαφοροποίηση, 4 στις 10 ανύπαντρες μητέρες είναι αλλοδαπές, όλων των ηλικιών και κάθε εκπαιδευτικού επιπέδου. Οι μισές περίπου γεννήσεις εκτός γάμου των Ελληνίδων προέρχονται από γυναίκες χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και πολύ νεαρές (αυτό μας κάνει να υποθέσουμε ότι δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή).
Η ύπαρξη μια επιθυμητής ή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει μια κρίση στο ζευγάρι και να κινητοποιήσει διάφορους μηχανισμούς αντιμετώπισης της κρίσης που μπορεί να οδηγήσουν σε διαδικασία ωρίμανσης ή να κινητοποιήσουν άλλες άλυτες συγκρούσεις και να οδηγήσουν στη διάλυση της σχέσης και να προκαλέσουν αντιδράσεις φυγής στον άνδρα. Δεν είναι η ώρα και ο τόπος κατάλληλος για να αναλύσω περισσότερο το τι σημαίνει μητρότητα εκτός γάμου. Πάντως, οποιαδήποτε ανάλυση του φαινομένου οφείλει να λάβει υπόψη ότι αποτελεί μια πολυδιάστατο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο η μελέτη του οποίου απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση.


Η ανύπαντρη μητέρα στην Ελλάδα αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα των μόνων –μητέρων, ενώ βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση οικονομικά και κοινωνικά. Γενικά οι μονογονεϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν ορισμένα προβλήματα, όπως: μείωση του εισοδήματος της οικογένειας, μεγαλύτερη απομόνωση και μοναξιά, υπερφόρτωση ευθυνών και άνιση πρόσβαση σε οικονομικά και κοινωνικά αγαθά που είναι πιο προσιτά στις διγονεϊκές οικογένειες. Οι οικονομικές, αλλά και οι κοινωνικές συνέπειες της μονογονεϊκότητας εξαρτώνται από τις στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων που υιοθετούν οι μόνοι γονείς, από την κατάσταση της αγοράς εργασίας για την κατηγορία τους, το φύλο, την ηλικία, τη συζυγική κατάστασή τους, από το κοινωνικό πλαίσιο του μόνου γονέα, από τον αριθμό και την ηλικία των παιδιών. Οι συνθήκες ζωής όλων αυτών των μόνων γονέων διαφέρουν, όπως και οι προοπτικές τους, καθώς και η κατάσταση των παιδιών. Γενικά, υπάρχουν διαφορές στο εισόδημα των μονογονεϊκών οικογενειών ανάλογα με το φύλο του μόνου γονιού, αλλά και τον τύπο της μονογονεϊκότητας. Η κυριότερη δυσκολία, όμως, που αντιμετωπίζουν είναι η επίτευξη ή η διατήρηση ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, στην καλύτερη εκδοχή με κύρια εισοδηματική πηγή την απασχόληση του μόνου γονιού. Ο κίνδυνος διολίσθησης στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, με περιορισμένες δυνατότητες εξόδου, είναι αρκετά μεγάλος εξαιτίας της δυσμενέστερης θέσης των γυναικών/μόνων μητέρων στην αγορά εργασίας και της περιορισμένης αποτελεσματικότητας του συστήματος κοινωνικής προστασίας. 


Οι μονογονεϊκές οικογένειες με μόνο γονιό μητέρα ανήκουν στις οικογένειες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση σήμερα. Όσες μονογονεϊκές οικογένειες βρίσκονταν πάνω ή κοντά στη γραμμή φτώχειας τώρα με τη γιγάντωση της κρίσης έχουν κατρακυλήσει κάτω από αυτήν. Σύμφωνα με την τελευταία αποτύπωση της κατάστασης από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) για το έτος 2012 καταγράφεται ότι ο κίνδυνος φτώχειας για νοικοκυριά με παιδιά είναι υψηλός. Για το σύνολο των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά είναι 28,1% (έναντι 23,2% το 2011), ενώ στα μονογονεϊκά νοικοκυριά με ένα τουλάχιστον εξαρτώμενο παιδί είναι 66% (έναντι 43,2% το 2011). Επίσης, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι οι μεγαλύτερες ομάδες παιδιών που κινδυνεύουν από τη φτώχεια είναι τα παιδιά που ζουν σε μονογονεϊκά νοικοκυριά. Τι σημαίνει αυτό; Ότι τα φτωχά παιδιά σήμερα είναι πολύ πιθανό να γίνουν οι φτωχοί και κοινωνικά αποκλεισμένοι ενήλικοι στο μέλλον. Πέρα από τις στατιστικές, οι αριθμοί αυτοί καταδεικνύουν την αποτυχία μας να τηρηθούν τα ιδεώδη του αναπτυγμένου κόσμου για ισότητα και ίσες ευκαιρίες για όλα τα παιδιά και αντικατοπτρίζουν την αδυναμία των στρατηγικών μας για την επίλυση της φτώχειας. 

Από την αποτύπωση της φτώχειας στην Ελλάδα φαίνεται ότι η κρίση έχει διευρύνει τόσο το ποσοστό των μονογονεϊκών οικογενειών που δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές βιοποριστικές τους ανάγκες, όσο και τον βαθμό της φτώχειας. Ακόμη και αν οι μόνες μητέρες έχουν εργασία, στις σημερινές συνθήκες αυτό δεν συνιστά πλέον δίχτυ προστασίας απέναντι στη φτώχεια. Η γενικότερη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και κατ’ επέκταση η μείωση των εισοδηματικών πηγών της οικογένειας, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, επιφέρει αλλαγές που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα και βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με την ποιότητα της ζωής των μονογονεϊκών οικογενειών.Είναι προφανές ότι από την αρχή της κρίσης δημιουργήθηκαν ακόμα περισσότερα υπερχρεωμένα μονογονεϊκά νοικοκυριά που αδυνατούν να ανταποκριθούν σε βασικά έξοδα διαβίωσης (λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ενοίκια, έξοδα θέρμανσης, μεταφορικά) και χρησιμοποίησαν τον δανεισμό. Με τη συνέχιση της οικονομικής κρίσης καταγράφεται μια καινούργια πραγματικότητα, χειροτερεύει η ήδη δύσκολη ζωή πολλών μονογονεϊκών οικογενειών και οδηγεί πολλές μόνες μητέρες στις ουρές των συσσιτίων, στα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία, στα κοινωνικά παντοπωλεία, στις τράπεζες ρουχισμού και σε άλλα δίκτυα και δομές αλληλεγγύης.

Στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται για την οικογενειακή ζωή στην Ελλάδα, οι μονογονεϊκές οικογένειες έχουν πιο διευρυμένη παρουσία απ' ό,τι στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό θέτει νέες προκλήσεις στην κοινωνική πολιτική, η οποία μέχρι τώρα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των οικογενειών
Δύσκολοι καιροί για να είσαι μόνη μητέρα.



Πάντως η ηρωίδα του έργου στην Ελλάδα της κρίσης σήμερα μιλώντας στο αγέννητο παιδί της μπορεί να έλεγε:«Δεν ξέρω αν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί είναι προσωρινοί και ότι γρήγορα θα φτιάξουν τα πράγματα. Θέλω να βλέπω τα πράγματα με αισιοδοξία, όχι όμως και να σου λέω ψέματα….». Μάλλον θα δυσκολευόταν πολύ περισσότερο να πάρει μια θετική απόφαση καθώς τα ποσοστά των γεννήσεων μειώνονται από το 2008, αμέσως μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, παράλληλα με την αύξηση της ανεργίας. Γνωρίζουμε από έρευνες ότι στην Ελλάδα οι λόγοι της μειωμένης γονιμότητας των γυναικών οφείλονται στο χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και στο ελλειμματικό και πλέον ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, η απόκτηση παιδιού δυσκολεύει εξαιρετικά στους νέους. Καταστρατηγείται επομένως το δικαίωμα στη μητρότητα και πολλές νέες γυναίκες –εντός ή εκτός γάμου -δεν θα αποκτήσουν κανένα παιδί ή δεν θα αποκτήσουν ποτέ τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν, λόγω της ανεργίας των ίδιων ή και των συντρόφων τους ή λόγω της εργασιακής επισφάλειας. Μια αποτελεσματική πολιτική για την αντιμετώπισή του συνίσταται σε συνδυασμό διαφόρων μέτρων που σχετίζονται με: α) εισοδηματική πολιτική που να ευνοεί την οικογένεια με παιδιά β) πολιτική εναρμόνισης εργασιακής και οικογενειακής ζωής γ) ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ανεργίας. Τα μέτρα αυτά φαίνονται σήμερα εντελώς ανέφικτα. ''

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΓΚΙΔΟΥ


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ σχολιάζεις εσύ - Comment Here

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Contact Us

Name *
Email *
Subject *
Message *
Powered byEMF Web Forms Builder
Report Abuse