Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ομοφυλοφιλία, η εκκλησία και το ΚΚΕ / «Ο έρωτας στα χρόνια του Κουτσούμπα»



«Ο έρωτας στα χρόνια του Κουτσούμπα»: Μια κριτική ματιά της θέσης του ΚΚΕ για το σύμφωνο συμβίωσης

Βασίλης Ιωακειμίδης

Με ενδιαφέρον, προσοχή και συνάμα απογοήτευση παρακολούθησα την αγόρευση του εκπροσώπου του Κομμουνιστικού Κόμματος στη χθεσινή κοινοβουλευτική συζήτηση για το σύμφωνο συμβίωσης. Τις τελευταίες μέρες και ενώ ήταν περίπου δεδομένο πως το ΚΚΕ θα καταψήφιζε το σύμφωνο συμβίωσης, το συγκεκριμένο κόμμα κρατούσε χαμηλό προφίλ επί του θέματος και ως εκ τούτου είχα δυσκολευτεί να εντοπίσω την αναλυτική επιχειρηματολογία πάνω στην οποία εδράζεται η συγκεκριμένη θέση. Τελικά η συλλογιστική του κόμματος ξεδιπλώθηκε αναλυτικά στις παρεμβάσεις των βουλευτών του κόμματος και κυρίως στην αγόρευση του Γιάννη Γκιόκα.



Είναι σημαντικό να αναφέρω πως ως κοινωνικός λειτουργός και καθηγητής κοινωνικής πολιτικής και κοινωνικής εργασίας, ενός επαγγελματικού και επιστημονικού τομέα τα μέλη του οποίου επί δεκαετίες προσφέρουν κρίσιμες υπηρεσίες στον τομέα της παιδικής προστασίας, τεκνοθεσίας και αναδοχής, με ενδιέφερε κυρίως η θέση του ΚΚΕ ανάμεσα στα κόμματα ή τους μεμονωμένους βουλευτές που καταψήφισαν. Αυτό, εξαιτίας της πλούσιας συνεισφοράς του ΚΚΕ σε ζητήματα κοινωνικής πρόνοιας αλλά και του σεβασμού που τρέφω προς τους ιστορικούς αγώνες του συγκεκριμένου κόμματος που οδήγησαν σε ουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις. Επίσης, όσο και αν κανείς διαφωνεί ιδεολογικά με το ΚΚΕ, οφείλει να αναγνωρίσει πως οι θέσεις του σε ζητήματα που άπτονται του αντικειμένου των κοινωνικών λειτουργών και της κοινωνικής πολιτικής, κατά κανόνα αναγνώριζαν, ενσωμάτωναν τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας.
Η παραπάνω διαπίστωση λοιπόν κάνει τη θέση του ΚΚΕ για το σύμφωνο συμβίωσηςασυνήθιστα αντιεπιστημονική. Η αγόρευση του βουλευτή Γιάννη Γκιόκα βασίστηκε στους παρακάτω τρεις βασικούς άξονες: α) Η ομοφυλοφιλία είναι προσωπική επιλογή που έχει όμως τις ρίζες της σε χρόνια κοινωνικά προβλήματα, β)Το σύμφωνο συμβίωσης θα ανοίξει το δρόμο στη δυνατότητα τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, κάτι που θα είναι εξαιρετικά ζημιογόνο για τα παιδιά αλλά και την αναπαραγωγική διαδικασία, γ) Η πυρηνική ετερόφυλη οικογένεια, αποτελεί σταθερό θεσμό αναπαραγωγής και ανατροφής των παιδιών. Ας εξετάσουμε λοιπόν αυτές τις θέσεις αναλυτικά, αξιολογώντας τα συγκεκριμένα σημεία που καθιστούν τη θέση του ΚΚΕ προβληματική και αντίθετη προς την επιστημονική έρευνα.
Α) Η ομοφυλοφιλία αποτελεί προσωπική επιλογή που έχει όμως τις ρίζες της σε χρόνια κοινωνικά προβλήματα.
Αυτό, αν μη τι άλλο, είναι ένα εξόφθαλμα αντιφατικό επιχείρημα που συμπεριλαμβάνει δυο αμοιβαία αντιθετικές θέσεις. Είτε ο σεξουαλικός προσανατολισμός θα αποτελεί προσωπική επιλογή και άρα ιδιωτική υπόθεση, είτε θα είναι αποτέλεσμα ανεξάρτητων από το άτομο βιολογικών ή κοινωνικών αιτιών. Στην αρχή της αγόρευσης του μας λέει ο βουλευτής του ΚΚΕ πως η η ομοφυλοφιλία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσωπική επιλογή. Μια ιδιαίτερη σεξουαλική προτίμηση, την οποία το κράτος πρέπει να αντιμετωπίζει ακριβώς ως ιδιωτική υπόθεση και τίποτα παραπάνω ή παρακάτω. Στη συνέχεια όμως, ο αγορητής αλλάζει εντελώς συλλογιστική και δεν αποφεύγει τον πειρασμό μιας σαθρής απόπειρας διάγνωσης της ομοφυλοφιλίας ως ζητήματος που έχει τις ρίζες του «σε χρόνια κοινωνικά προβλήματα στις σχέσεις των δύο φύλων, στα βιώματα των παιδιών μέσα στην οικογένεια, στο ευρύτερο οικογενειακό, φιλικό, σχολικό περιβάλλον, στην ενδοοικογενειακή βία». Ενδιαφέρον βεβαίως έχει πως η κατά Γκιόκα αιτιολόγηση της ομοφυλοφιλίας εντοπίζεται σε μια σειρά από ευρύτερα ψυχο-κοινωνικα προβλήματα και ως εκ τούτου συνάγεται πως η ομοφυλοφιλία αποτελεί ουσιαστικά μια παρέκκλιση, ένα παθογενές σύμπτωμα που απαιτεί θεραπεία.
Το συνολικό επιχείρημα πέρα από αντιφατικό και έκδηλα αντιεπιστημονικό και στις δυο εκφάνσεις του, είναι συνάμα και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η Αμερικάνικη Ψυχολογική Εταιρία αξιολογώντας τα πιο πρόσφατα επιστημονικά πορίσματα, με τη μέθοδο της μετα-ανάλυσης, καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ελάχιστη η μηδαμινή δυνατότητα συνειδητής επιλογής σεξουαλικής προτίμησης. Παρόμοια πορίσματα προκύπτουν και από μελέτες στους τομείς της βιολογίας και της γενετικής. Άλλωστε η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί φαινόμενο που συναντάται αποκλειστικά στους ανθρώπους, πολλώ δε μάλλον, δεν αποτελεί σύμπτωμα της σύγχρονης «καπιταλιστικής κρίσης». Η πλούσια απεικόνιση της ομοφυλοφιλίας στην αρχαιοελληνική τέχνη άλλωστε αποτελεί σταθερή απόδειξη της ύπαρξης της σε προκαπιταλιστικές κοινωνιές.
Όσο και αν κανείς διαφωνεί ιδεολογικά με το ΚΚΕ, οφείλει να αναγνωρίσει πως οι θέσεις του σε ζητήματα που άπτονται του αντικειμένου των κοινωνικών λειτουργών και της κοινωνικής πολιτικής, κατά κανόνα αναγνώριζαν, ενσωμάτωναν τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας.    
Το επιχείρημα λοιπόν αυτό θα ήταν απλώς ψευδοεπιστημονικό αν δεν ήταν επικίνδυνο. Η παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και ο μύθος πως αυτή αποτελεί παρεκκλίνουσα επιλογή οδήγησε τις κοινωνίες σε εξαιρετικά επικίνδυνα μονοπάτια. Οι βίαιες θεραπείες «διόρθωσης» του σεξουαλικού προσανατολισμού αποτέλεσαν μια από τις πιο καταπιεστικές και καταστροφικές διαδικασίες, θύματα των οποίων έπεσαν χιλιάδες άνθρωποι. Αυτές οι θεραπείες συνεχίζουν να ευδοκιμούν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα και να καταστρέφουν ψυχοσωματικά πολλούς νέους συνανθρώπους μας.
Αντιτάσσεται την ομοφοβία, αδυνατεί προφανώς να διαπιστώσει άλλη μια αντίφαση των λόγων του. Η σαθρή θέση που παρουσιάζει την ομοφυλοφιλία ως αποτέλεσμα ενδοοικογενειακής βίας η καπιταλιστικής κρίσης όχι μόνο και δεν εναντιώνεται στην ομοφοβία αλλά αντίθετα ενισχύει το στιγματισμό και τη δαιμονοποίηση των ομοφυλόφιλων, ενθαρρύνοντας έτσι έμμεσα την με κάθε τρόπο αντιμετώπιση του «προβλήματος». Για να χρησιμοποιήσω και μια προσφιλή έκφραση του ΚΚΕ αυτό το επιχείρημα «ρίχνει νερό στο μύλο» της ομοφοβίας.
Β) Το σύμφωνο συμβίωσης θα ανοίξει το δρόμο στην τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια κάτι που θα είναι εξαιρετικά ζημιογόνο για τα παιδιά
Σύμφωνα με τη θέση αυτή, η προοπτική τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις για τα παιδιά μιας και «στη συμβίωση του των ομόφυλων ζευγαριών, αντικειμενικά το παιδί έχει παραποιημένη αντίληψη αυτής της βιολογικής σχέσης (...) Το ανδρικό- πατρικό και το γυναικείo- μητρικό πρότυπο έχει τα δικά του χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για την ομαλή ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού». Και στο συγκεκριμένο θέμα η επιστημονική κοινότητα διαθέτει πλούτο ερευνητικών πορισμάτων τα οποία προφανώς δε δικαιώνουν την παραπάνω θέση του ΚΚΕ. Επί του παρόντος 21 χώρες επιτρέπουν τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια.


Σε ορισμένες από αυτές τις χώρες ο συγκεκριμένος θεσμός υφίσταται πλέον των δεκαπέντε χρόνων, υπερβαίνοντας έτσι τον κρίσιμο χρόνο που απαιτείται για επισταμένη και ολοκληρωμένη μελέτη των επιπτώσεων. Οι ερευνητικές αυτές μελέτες κατηγορηματικά και στο σύνολό τους αναδεικνύουν πως το φύλο των γονέων δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο στην υγιή και ολοκληρωμένη βιολογική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Σύμφωνα με τις έρευνες αυτές, οι πλέον κρίσιμοι παράγοντες αναφορικά με την ποιότητα ζωής των παιδιώνάπτονται αποκλειστικά της αφοσίωσης, των γονεϊκών δεξιοτήτων αλλά και της ικανότητας των γονέων να δημιουργούν ένα ασφαλές περιβάλλον ανατροφής των παιδών. Είναι ειρωνικό το γεγονός πως ενώ εκατομμύρια παιδιά ζουν στον πλανήτη χωρίς γονείς, σε απάνθρωπα ιδρύματα, σε συνθήκες κακοποίησης και παραμέλησης εμείς υποκρινόμαστε πως τα παιδιά αυτά θα ζημιωθούν από τη θαλπωρή, την αφοσίωση και αγάπη των ομόφυλων θετών γονέων, εξαιτίας του φύλου τους.
Άλλωστε πιθανή εξέλιξη του νόμου στην κατεύθυνση της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια δεν συνεπάγεται και αυτόματη ή προνομιακή μεταχείριση αυτών. Η τεκνοθεσία και η παιδική μέριμνα θα συνεχίσουν να ελέγχονται και να διασφαλίζονται από το κράτος, μέσω της εξειδικευμένης και ενδελεχούς παρέμβασης των κοινωνικών λειτουργών και των δικαστικών αρχών. Σίγουρα δεν θα ξάφνιαζε πολλούς αν υπενθυμίζαμε πως ήδη πολλά παιδιά μεγαλώνουν αρμονικά σε οικογένειες ομοφύλων ζευγαριών. Η θεσμική αναγνώριση της επιμέλειας παιδιών στο πλαίσιο της ομόφυλης οικογένειας θα έβγαζε τις οικογένειες αυτές από το «στίγμα» της παρέκκλισης και θα εμβάθυνε την απαραίτητη αίσθηση οικογενειακής ασφάλειας, ενισχύοντας της ποιότητα ζωής των παιδιών.
Κατ' επέκταση αυτού του επιχειρήματος, αρκετοί αντιτείνουν πως ακόμα και αν τα ομόφυλα ζευγάρια μπορούν να διασφαλίσουν την απαραίτητη ποιότητα ζωής για την ανατροφή παιδιών, η δεσπόζουσα ομοφόβία και ο εκφοβισμός (bullying) θα στοχοποιούσαν μόνιμα αυτά τα παιδιά και έτσι η ποιότητα ζωής τους θα επηρεαζόταν αρνητικά με αυτόν τον έμμεσο τρόπο. Εδώ κατηγορηματικά πρέπει να υπενθυμίσουμε πως δεν είναι δυνατόν να επιτρέπουμε ως οργανωμένη κοινωνία να ρυθμίζονται οι κοινωνικές σχέσεις από την μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και την αμάθεια. Αντιθέτως, ως κοινωνία οφείλουμε να συγκρουστούμε με τη μισαλλοδοξία σε κάθε της μορφή και διάσταση, οποιοδήποτε άνθρωπο, ομάδα ή κοινότητα και αν στοχοποιεί. Όπως άλλωστε αναφέραμε και πιο πάνω η ομοφοβία και το bullying ευδοκιμούν όσο η ομοφυλοφιλία περιγράφεται ως παρέκκλιση και απειλητική διαφορετικότητα. Η θεσμική αναγνώριση των ομόφυλων ζευγαριών ως ισότιμα λοιπόν όχι μόνο δεν αποτελεί μέρος αυτού του προβλήματος αλλά αντίθετα θα αποτελέσει ουσιαστικό μέρος της λύσης αποδυναμώνοντας τα ομοφοβικά στερεότυπα.
Γ) Η πυρηνική ετερόφυλη οικογένεια, αποτελεί σταθερό και αποκλειστικό θεσμό αναπαραγωγής και ανατροφής των παιδιών.
Ο τρίτος και τελευταίος άξονας στον οποίο βασίστηκε η συλλογή του κομμουνιστικού κόμματος εστιάζει, παραδόξως, στην πυρηνική οικογένεια ως τον αποκλειστικό θεσμό αναπαραγωγής και κατ' επέκταση ανατροφής παιδιών. Αν και ο βουλευτής του ΚΚΕ στην αγόρευσή του αναγνώρισε πως έχουν υπάρξει κάποιες αλλαγές στο θεσμό και τη λειτουργία της οικογένειας, συνεχίζει να αντιλαμβάνεται αυτή την πυρηνική μορφή της περίπου ως μια σταθερά που μάλιστα με τη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας, θα διαμορφωθεί στη βάση της «σχετικά σταθερής ετεροφυλικής σχέσης και αναπαραγωγής».
Είναι προφανές πως η η διαδικασία της «τεκνοποίησης» βασίζεται βιολογικά στη γονιμοποίηση ενός ωαρίου από τουλάχιστον ένα σπερματοζωάριο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί κυρίως μέσω της συνουσίας, που αποτελεί φυσικά και τον πιο διαδεδομένο τρόπο, είτε (πιο πρόσφατα) μέσω της τεχνητής γονιμοποίησης και της υποβοηθούμενης σύλληψης. Ενώ αυτό αποτελεί αυτονόητή βιολογική σταθερά για την αναπαραγωγή, στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, δεν είναι καθόλου αυτονόητο πως η ανατροφή των παιδιών διασφαλίζεται ή κατ' αποκλειστικότητα διαμορφώνεται από την εφ' όρου ζωής πυρηνική σχέση των φυσικών γονέων. Η πυρηνική οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε στο Δυτικό κόσμο, ούτε αποτελούσε ανέκαθεν τον κυρίαρχο τύπο οικογένειας, ούτε έχουμε κάποιο λόγο να πιστεύουμε πως θα κυριαρχεί επ΄ άπειρον.
Το να υπονοήσει κάποιος πως το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά ή να ανακόψει την πορείας αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους είναι επιεικώς ανόητο.    
Η ανθρωπολογική έρευνα αποδεικνύει πως ο θεσμός της οικογένειας βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη και έχει υποστεί αδιάκοπες αλλαγές, απόρροια ποικίλων πολιτισμικών, κοινωνικών, οικονομικών και δημογραφικών δεδομένων. Έτσι λοιπόν έχουν παρατηρηθεί, τόσο στην ιστορία του δυτικού κόσμου όσο και σε φυλές της Αφρικής και Λατινικής Αμερικής, κυρίαρχοι τύποι οικογένειας όπου η ανατροφή των παιδιών αποτελεί κοινοτικό και συλλογικό ζητούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο όλα τα ενήλικα μέλη μιας κοινότητας η ομάδας μοιράζονται εξίσου την ευθύνη για τη διαπαιδαγώγησή των παιδιών. Επίσης στις σχετικά πρόσφατες προ-καπιταλιστικές κοινωνίες η εκτεταμένη οικογένεια αποτελούσε το κυρίαρχο μοντέλο με διανομή ρόλων γονεϊκότητας πολύ διαφορετική από αυτή που αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως «φυσιολογική».
Η πυρηνική πατριαρχική οικογένεια αναδείχθηκε ως κυρίαρχος θεσμός έπειτα από τη βιομηχανική επανάσταση και τις παραγωγικές/ καταναλωτικές ανάγκες που αυτή δημιούργησε. Το παράδοξο στη θέση του ΚΚΕ είναι πως υποβαθμίζει το γεγονός ότι η πυρηνική, πατριαρχική οικογένεια συγκροτήθηκε στο πλαίσιο του καπιταλισμού ως μοντέλο κοινωνικού ελέγχου και όχι «προστασίας παιδιών». Και είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που ιστορικά τα σοσιαλιστικά κινήματα αντιτάχθηκαν στα πατριαρχικά μοντέλα οικογένειας που αναπαρήγαγαν την εξαρτημένη θέση των γυναικών και επέτειναν τη σεξουαλική καταπίεση όπως αυτή αποκρυσταλλωνόταν στις κρατικές πολιτικές και έβρισκαν έκφραση στην ηθικοπλαστική αντίληψη της εκκλησίας. Επομένως η χειραφέτηση της γυναίκας, η σεξουαλική απελευθέρωση και η εξέλιξη του θεσμού της οικογένειας δεν απειλούν διόλου την αναπαραγωγή και ανατροφή των παιδιών. Το μόνο που απειλεί το θεσμό της οικογένειας και την ευημερία των μελών της είναι η καταπίεση, η ηθικολογία, η πατριαρχία και ο ασφυκτικός κοινωνικός έλεγχος.
Τέλος, το να υπονοήσει κάποιος πως το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά ή να ανακόψει την πορείας αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους είναι επιεικώς ανόητο. Αν όμως επιμείνει κανείς στην αναζήτηση επιδημιολογικών αποδείξεων πως οι ομοφυλόφιλοι δεν απειλούν την ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, αρκεί μια ματιά στα ποσοστά γονιμότητας των Ευρωπαϊκών χωρών που έχουν ήδη υιοθετήσει σύμφωνο συμβίωσης και τεκνοθεσίας από ομόφυλά ζευγάρια. Με ενδιαφέρον λοιπόν παρατηρούμε πως στη Μεγάλη Βρετανία και τη Σουηδία, έπειτα από μια δεκαετία αναγνώρισης της τεκνοθεσίας και του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών, ο δείκτης γονιμότητας όχι μόνο δε σημείωσε μείωση αλλά αντιθέτως είναι κατά πολύ υψηλότερος σε σχέση με χώρες που δεν έχουν έχουν αναγνωρίσει αντίστοιχα δικαιώματα, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία (χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο συγκεκριμένος παράγοντας είναι και ο βασικός στη διαμόρφωση του δείκτη γονιμότητάς).
Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε πως η αγόρευση του Γιάννη Γκιόκα ακολούθησε μια τακτική στην οποία δεν μας είχε συνηθίσει το κομμουνιστικό κόμμα, αυτήν της διαστρέβλωσης της επιστημονικής έρευνας και της αναπαραγωγής ενός ιδιότυπου «ηθικού πανικού». Παρά την καταψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου από το ΚΚΕ, αισιοδοξώ πως το κόμμα που τόσο πολλά έχει προσφέρει στους αγώνες κοινωνική χειραφέτησης, θα αναθεωρήσει τη στάση του και θα ενισχύσει τους αγώνες του ομόφυλων ζευγαριών για πλήρη ισότητα.


Ο Βασίλης Ιωακειμίδης είναι Senior Lecturer στο Πανεπιστήμιου του Durham, Κοινωνικός Λειτουργός & Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαϊκών Σχολών Κοινωνικής Εργασίας







Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης
«Δεν είμαι πλέον ικανοποιημένος με το να δέχομαι ψίχουλα από το τραπέζι»
Ian Hunter, ομοφυλόφιλος πολιτικός της Αυστραλίας, 2009
Είναι η πεποίθηση ότι ο κόσμος γύρω μας μπορεί να κατανοηθεί μέσω της λογικής και των αισθήσεων που μας αποκάλυψε πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι στην ικανότητά τους να χρησιμοποιήσουν τα δύο αυτά εργαλεία και πως, άρα, αξίζουν εξίσου τον σεβασμό και τα δικαιώματα που τα ονομάσαμε, συμπερασματικά, ανθρώπινα. Δικαιώματα που θα έπρεπε να αποδίδονται σε κάθε άνθρωπο που γεννιέται, που δεν χρειάζονται νομοθετικές ρυθμίσεις για να κατοχυρωθούν, αλλά μόνο, με την προσεκτικότερη ηθική και νομική κρίση, να αφαιρούνται όταν είναι απαραίτητο. Αυτή η ορθολογική θέαση της ανθρώπινης εμπειρίας που αναδείχθηκε από τους προσωκρατικούς και τους σοφιστές και την αναβίωσαν οι διαφωτιστές της Ευρώπης ήταν η ιδέα που πρόβαλε αντίσταση στη θεοκρατική αντίληψη της προνομιούχας αυθεντίας κάποιου μεσσία ή ιερέα, που αξιώνονταν ικανότητες μοναδικές στις κοινότητές τους και μια πρόσβαση σε γνώση που δεν είχαν οι υπόλοιποι. Αιώνες μετά, ακόμα μέχρι σήμερα, οι ίδιες αυτές σκοταδιστικές φωνές προσπαθούν να αντιπαλέψουν τις δυνάμεις προόδου που έχουν προσπεράσει τη χώρα μας δεκαετίες ολόκληρες.
Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας θα έπρεπε να είναι μπανάλ. Και είναι. Τουλάχιστον για μερικούς από εμάς που μας είναι φανερό ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός του γείτονα δεν παρεμβαίνει στην καθημερινότητά μας και άρα δεν μας πέφτει λόγος ούτε να μεμφθούμε τον γείτονα για τον τρόπο που φέρεται ούτε να του δώσουμε την άδεια να ασκεί τα δικαιώματα που οι υπόλοιποι έχουμε δεδομένα. Είναι τόσο βαρετό όσο και αναπόφευκτο να θυμώνουμε με το όνειδος της εκκλησίας κάθε φορά που το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας επανέρχεται στην επικαιρότητα.
Το όνειδος των παπάδων εκφράζεται συνήθως μέσω του δήθεν ‘αφύσικου’ της συμπεριφοράς των ομοφυλόφιλων – της αξίωσης πως ούτε τα ζώα δεν φέρονται έτσι. Ας ενημερώσει κάποιος αυτούς τους ‘φυσιολάτρες’ ότι το ένα δέκατο περίπου των θηλαστικών επιδεικνύουν ομοφυλοφιλική συμπεριφορά (8% των προβάτων έχει μακροχρόνιες ομοφυλοφιλικές σχέσεις) και πως η κληρονομική προέλευση της σεξουαλικότητας είναι κάτι που δεν ανακαλύπτεις χαζεύοντας το ταβάνι σου ή διαβάζοντας ένα βιβλίο που γράφτηκε για αμόρφωτους βοσκούς του έτους μηδέν, αλλά κάνοντας επιστημονική έρευνα που έχει ήδη δείξει με σχετική ακρίβεια τη σύνδεση της συμπεριφοράς αυτής με το ανθρώπινο γονιδίωμα. Ποιος ο λόγος εξάλλου να αντιγράφουμε τυφλά τις διαδικασίες που συναντάμε στη φύση όταν παίρνουμε αποφάσεις σαν άτομα ή σαν πολιτεία; Όταν ο Δαρβίνος παρουσίασε τη θεωρία του για την εξέλιξη των ειδών δεν πρότεινε ένα μανιφέστο για το πώς πρέπει να αναπαραγόμαστε, αλλά μόνο μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος έφτασε στη σημερινή του μορφή. Ήτανε η διαστρεβλωμένη πρακτική του λεγόμενου ‘κοινωνικού δαρβινισμού’ που οδήγησε στην κτηνωδία τηςευγονικής, μια ιδεολογία βασισμένης στην «επιβίωση του ικανότερου» (μια φράση που δεν προέρχεται καν απ’ τον Δαρβίνο). Η μελέτη της φύσης όμως μας δίνει μόνο την εξήγηση του πώς συμβαίνει κάτι, όχι οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουμε. Αυτό μένει σε μας να το αποφασίσουμε˙ πρωτίστως ηθικά και δευτερευόντως πολιτικά.
Ακούμε και τις παραπλανητικές δηλώσεις του τύπου «το στοματικό σεξ προκαλεί καρκίνο» με τις οποίες θέλουν να μας πείσουν ότι νοιάζονται για την υγεία των αμαρτωλών. Το γεγονός ότι στοματικό σεξ δεν κάνουν μόνο ομοφυλόφιλοι (ούτε είναι απαραίτητο σε μια τέτοια σχέση, ούτε είναι αδύνατο να γίνει με ασφαλή τρόπο) θα έπρεπε να είναι αρκετό για να δείξει ότι πίσω από την επιστημονικοφάνεια κρύβεται η ομοφοβία και το μίσος. Αποτυγχάνουν να καταλάβουν ότι η σεξουαλική πράξη είναι το πιο ασήμαντο κομμάτι της συζήτησης. Είναι γεγονός βέβαια ότι οι θρησκείες έχουν μια εμμονή με το σεξ -ειδικά οι μονοθεϊσμοί. Η ομοφυλοφιλία όμως δεν είναι ένας διαφορετικός τρόπος να κάνεις σεξ, είναι ένας διαφορετικός τρόπος αγάπης. Γι’ αυτό και τα μειλίχια χαμόγελα των σύγχρονων παπάδων και η πραότητα της φαινομενικής τους συμπόνιας όταν ξεστομίζουν μαργαριτάρια όπως το «μισούμε την αμαρτία, αγαπάμε τον αμαρτωλό» έχουν σταματήσει να πείθουν οποιονδήποτε πέρα από τον πιο εύπιστο θρησκευόμενο ή τους ‘συνοδοιπόρους’ τους στο μίσος και στην προκατάληψη. Ξεχνάνε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι κάτι που κάνει κάποιος, αλλά κάτι που είναι, αποκαλύπτοντας πόσο περιττή και αναληθής είναι η εν λόγω δήλωση, αφού πράξη και ιδιότητα δε διαχωρίζονται. Τρανή απόδειξη της υποκρισίας τους οι πένθιμες καμπάνες για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στους ομοφυλόφιλους, ενώ τις έχουν αφήσει σιωπηρές για τους θανάτους μεταναστών, για τις υπογραφές των μνημονίων και για τις πολύ συχνές εκδηλώσεις ‘υπερβολικού ζήλου’ του κρατικού μηχανισμού, όπως στην ακραία περίπτωση της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, ή του κοινοβουλευτικού φασισμού, όπως σε αυτήν του Φύσσα. Οι χτύποι της καμπάνας τότε, σαν επίδειξη της δύναμής τους (που έχουν κατά πολύ χάσει αλλά αναπολούν με νοσταλγία), θα μπορούσε ίσως να είχε κάποια χρησιμότητα, ή τουλάχιστον κάποιον αντίκτυπο.
Τους ακούμε και να παραληρούν πως αν δεχτούμε τους ομοφυλόφιλους τότε θα πρέπει να δεχτούμε και τους κτηνοβάτες ή τους παιδεραστές. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις όμως αφορούν συναινούντες ενήλικες. Ούτε παιδιά ούτε ζώα. Η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων γίνεται στη βάση ιδιωτικής επιλογής και ατομικής ευθύνης, όχι στην καταπάτηση των δικαιωμάτων του άλλου. Δεν μπορεί λοιπόν το ένα να οδηγήσει στο άλλο. Η σύγχυση μεταξύ ομοφυλόφιλων και παιδεραστών ανήκει σε ανίδεα μυαλά που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η παιδεραστία είναι βιασμός ενώ η ομοφυλοφιλία, όπως είπαμε, ένας διαφορετικός τρόπος να αγαπάς. Εξάλλου, ομοφυλόφιλοι μεγαλώνουν παιδιά εδώ και χιλιετίες, απλά το κάνουν κρύβοντας την ταυτότητά τους, ακριβώς εξαιτίας της δίωξης που δέχονται από τις ανελεύθερες κοινωνίες˙ που θα έπρεπε να αποτελούν παρελθόν. Και μάλιστα έχει δειχτεί ότι τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει από γονείς του ίδιου φύλου δεν υστερούν καθόλου στη σωματική ή την ψυχική τους υγεία από τα υπόλοιπα.
Ας μην παριστάνουμε όμως ότι μόνο οι θρησκόληπτοι έχουν ομοφοβικά μυαλά. Το ΚΚΕ (για να πάρω ένα ιδιαιτέρως λυπηρό παράδειγμα) επανειλημμένα έχει πάρει ξεκάθαρη θέση εναντίον της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, είτε με το γεγονός ότι «δεν ασχολούνται με το θέμα» (όπως μας ενημερώνουν μέλη του εδώ και χρόνια) είτε ψηφίζοντας ‘όχι’ στην επέκταση του συμφώνου συμβίωσης. Ένα από τα επιχειρήματα είναι ότι το κράτος έχει το ρόλο του νομοθέτη μόνο όσον αφορά τη θεσμοθέτηση μιας σχέσης που οδηγεί στην τεκνοποίηση. Θα πρέπει να μας εξηγήσουν τότε γιατί η πολιτεία αφήνει ανθρώπους που δεν μπορούν, ή δεν θέλουν, να κάνουν παιδιά να παντρεύονται και να απολαμβάνουν τις φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις καπηλευόμενοι τον κρατικό προϋπολογισμό και το δίκιο του ετεροφυλόφιλου οικογενειάρχη εργάτη.


Στη ρητορική του ΚΚΕ το σύμφωνο συμβίωσης είναι άδικο γιατί διαιωνίζει την ανισότητα του γάμου των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών και την επεκτείνει και στους ομοφυλόφιλους! Ποια ανισότητα; Την ασφαλιστική ανισότητα όπου αν ο ένας σύζυγος είναι ασφαλισμένος, ο άλλος θεωρείται ‘προστατευόμενο μέλος’ και δέχεται ασφαλιστικά προνόμια, αντί να έχει αυτά τα προνόμια από μόνος του ακόμα κι αν δεν εργάζεται. Αν δε διορθωθεί αυτή η τραγική ανισότητα, λέει το κόμμα, οποιαδήποτε ρύθμιση όχι απλά δεν είναι λύση προς την ισότητα ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά χειροτερεύει τη γενικότερη θέση των ανασφάλιστων. Μέχρι να λυθούν όλα τα σχετικά προβλήματα (όπου σχετικά είναι όλα τα προβλήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων) και μάλιστα τα ‘σοβαρότερα’ όπως π.χ. το ζήτημα των προσφύγων όπου διακυβεύονται και ζωές ακόμα, είναι υποκριτικό να παριστάνει η ελληνική κοινωνία ότι νοιάζεται για τις μειονότητες…
Είτε πρόκειται περί ομοφοβικής συμπεριφοράς είτε ιδεοληψίας (όπου η ιδεολογική καθαρότητα γίνεται αιτία κομπασμού κι όποιον πάρει ο χάρος) είτε ψηφοθηρίας των γερασμένων εν πολλοίς πια υποστηρικτών του κόμματος που ίσως να ονειρεύονται και την επιστροφή του προικοσύμφωνου, το ΚΚΕ έχει χάσει το δικαίωμα να δηλώνει ριζοσπαστικό ή προοδευτικό κόμμα και έχει δικαίως πάρει θέση δίπλα στις συντηρητικές τάσεις μιας έτσι κι αλλιώς ιδιαιτέρως συντηρητικής κοινωνίας -μαζί με την εκκλησία, την ακροδεξιά και τις περασμένες γενιές φοβικής νοοτροπίας.
Άλλη μια φορά η λογική του ‘ή όλα ή τίποτα’ φανερώνει τον ουτοπικό χαρακτήρα της σκέψης του ΚΚΕ που δεν διατίθεται να βοηθήσει μια μερίδα του ελληνικού λαού να αποκτήσει την αναγνώριση από την πολιτεία ότι αποτελεί ισότιμο κομμάτι της κοινωνίας, με το σκεπτικό ότι υπάρχουν κι άλλα προβλήματα πιο σοβαρά αυτή τη στιγμή –μ’ αυτό θα ασχολούμαστε τώρα; Το να λες βέβαια ότι πρώτα θα ασχοληθείς με το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας (ποιος θα μας πει ποιο είναι αυτό;) και μετά με τα υποδεέστερα (μόνο το μίσος, άντε ο φόβος, θα μπορούσε να βαφτίσει υποδεέστερο ένα θέμα ανθρώπινων δικαιωμάτων) σημαίνει να μην κάνεις ποτέ τίποτα. Γιατί αν περιμένεις την τέλεια λύση που θα διορθώσει τις βαθιές πληγές της σύγχρονης πραγματικότητας, δε θα έρθει ποτέ και θα χάσεις την ευκαιρία να βοηθήσεις αυτούς που χρειάζονται βοήθεια άμεσα. Είναι αλήθεια ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι η μόνη ευαίσθητη κοινωνική ομάδα που γίνεται αντικείμενο χλευασμού και καταπίεσης, όπως είναι επίσης αλήθεια ότι θα ήταν δίκαιο να υπάρξει καθολική ασφαλιστική κάλυψη ακόμα και για τους ανύπαντρους άνεργους, αλλά η επιμονή να απαιτείς να διορθωθούν όλες οι αδικίες και η αξίωση πως οτιδήποτε άλλο είναι υποκριτικό ή και αντιπαραγωγικό, μάλλον δημιουργεί την εντύπωση πως ο λόγος αντίδρασης στην τροπολογία του συμφώνου συμβίωσης είναι άλλος από τον δηλωμένο. Γιατί να μη λυθεί ένα πρόβλημα όταν αυτό είναι δυνατό;
Ακούστηκε και το άλλο από στελέχη του ΚΚΕ, ότι το σύμφωνο ανοίγει το δρόμο προς την υιοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Ας αφήσουμε την περαιτέρω επιχειρηματολογία για αυτό το ζήτημα για μια άλλη φορά, και ας δεχτούμε τις σχετικές ενστάσεις σαν να είναι δόκιμες ή δεκτές. Είναι όμως, και πάλι, παράλογο να μην ψηφίζεις κάτι τώρα για κάτι που εκτιμάς ότι θα γίνει μετά. Εξάλλου, αν η μόνη ένσταση στο σύμφωνο είναι το θέμα της υιοθεσίας (που ούτως ή άλλως δεν τέθηκε καν για συζήτηση στη βουλή), είναι σαν να λένε πως κάνουν κάτι άδικο τώρα από φόβο μήπως οδηγηθούμε σε μια άλλη αδικία μετά.

Και κάτι τελευταίο. Η Ιρλανδία έκανε τραγικό σφάλμα όταν αποφάσισε με δημοψήφισμα την υπερψήφιση νόμου για τον πολιτικό γάμο ομοφυλόφιλων. Ποτέ δεν πρέπει να δίνεται δύναμη στην πλειοψηφία να αποφασίζει για τα δικαιώματα μιας μειοψηφίας. Δικαιώματα μειονοτήτων οφείλουν να κατοχυρώνονται μέσω της κοινοβουλευτικής οδού. Φαντάζομαι οι Ιρλανδοί ήξεραν πολύ καλά από πριν τον παλμό της κοινής γνώμης και προχωρώντας σε δημοψήφισμα απέκτησαν και το ατού της λαϊκής συναίνεσης για να περάσουν ένα νόμο που κανένας πια δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με οποιουδήποτε είδους απαίτηση, εφόσον ο λαός αποφάσισε ότι ο νόμος είναι δίκαιος. Έθεσε όμως και ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τις υπόλοιπες χώρες (όπως η Σλοβενία), όπου οι ομοφοβικοί και τα λοιπά αντιδραστικά στοιχεία μπορούν να επικαλεστούν την περίπτωση των Ιρλανδών για να απαιτήσουν δημοψήφισμα ξέροντας ότι αυτή τη φορά το αποτέλεσμα θα είναι διαμετρικά αντίθετο.
Το γεγονός όμως ότι η πλειοψηφία των πολιτών εκατό χρόνια πριν θα διαφωνούσε με τον μικτό γάμο ενός λευκού άντρα με μία μαύρη γυναίκα δεν θα έκανε δίκαιη την απαγόρευση τέτοιων γάμων.
http://eranistis.net/wordpress/2015/12/25/omofilifilia-ekklhsia-kke/




     
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από την ενότητα με τίτλο «Ο μύθος της μαρξιστικής ομοφοβίας», του βιβλίου της Σέρυ Γουλφ «Σεξουαλικότητα και Σοσιαλισμός: Ιστορία, Πολιτική και Θεωρία του απελευθέρωσης των LGBT» ( Haymarket Books, Σικάγο 2009, σσ. 88-100). Αναδημοσιεύεται από το περιοδικό «Σπάρτακος» (τεύχος 116, Μάιος 2015), με αφορμή την πολιτικά απαράδεκτη καταψήφιση από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών. Η μετάφραση είναι της Ζήνας Λιναρδοπούλου.

Η ρωσική επανάσταση τον Οκτώβρη του 1917 ήταν ένας μαζικός αγώνας των απλών ανθρώπων που καθοδηγήθηκε από την εργατική τάξη σε μία κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αγροτική. Ο αμερικανός δημοσιογράφος Τζον Ριντ σε ρεπορτάζ του για την επανάσταση στην Ρωσία ανέφερε: «Αυτή είναι η επανάσταση, η ταξική πάλη με το προλεταριάτο, τους στρατιώτες και τους χωρικούς να παρατάσσονται μαζί ενάντια στην αστική τάξη. Ο προηγούμενος Φεβρουάριος ήταν προκαταρκτική φάση για την επανάσταση… η τεράστια δύναμη των Μπολσεβίκων έγκειται στο ότι η κυβέρνηση του Κερένσκι αγνόησε απολύτως τις επιθυμίες των μαζών όπως αυτές εκφράστηκαν στο πρόγραμμα των Μπολσεβίκων για ειρήνη, δηλαδή τον έλεγχο της γης και της βιομηχανίας από τους εργάτες».1 Οι ρώσοι αγρότες ήταν διαποτισμένοι με θρησκευτικές προλήψεις και η κοινωνία ήταν ένα μείγμα μισοφεουδαλικών σχέσεων και άνθισης της βιομηχανικής παραγωγής. Εν τούτοις, η επανάσταση πέτυχε μεταρρυθμίσεις που περισσότεροι σημερινοί ΛΟΑΤ ακόμα παλεύουν για αυτές. Η ρωσική επανάσταση άλλαξε εντελώς όλες τις προηγούμενες δομές της κοινωνίας συμπεριλαμβανομένων και των πιο στενών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Όταν αυτή η επανάσταση ανατράπηκε από τον οικονομικό αποκλεισμό, τον πόλεμο και την αντεπανάσταση οι προηγούμενες νίκες και σε αυτά τα ζητήματα εγκαταλείφθηκαν.


Υπάρχουν κάποιοι που προσπαθούν να δυσφημήσουν την τεράστια παρακαταθήκη για τους ΛΟΑΤ στον απόηχο της ρωσικής επανάστασης2. Για παράδειγμα, ο ρώσος ιστορικός Igor Kon γράφει: «Ο μπολσεβικισμός από την μία πλευρά κατέλυσε τον θεό, τον θρησκευτικό γάμο και τις απόλυτες ηθικές αξίες και απ’ την άλλη το δικαίωμα του ατόμου για προσωπικό αυτοκαθορισμό και αγάπη που να στέκεται ψηλότερα από όλα τα κοινωνικά καθήκοντα.3Ωστόσο τα γεγονότα τον διαψεύδουν. Το 1917 όλοι οι νόμοι εναντίον της ομοφυλοφιλίας μαζί με τον υπόλοιπο ποινικό κώδικα ακυρώθηκαν από την νέα επαναστατική κυβέρνηση. Το συναινετικό σεξ θεωρήθηκε προσωπικό ζήτημα. Οι γκέι ήταν ελεύθεροι να ζήσουν όπως ήθελαν χωρίς την παρέμβαση του κράτους αλλά και τα σοβιετικά δικαστήρια ενέκριναν επίσης τον γάμο μεταξύ ομοφυλόφιλων. Υπάρχουν ακόμα και καταγεγραμμένα παραδείγματα εγχείρησης αλλαγής φύλου την δεκαετία του 1920. Με άλλα λόγια, η επανάσταση πραγματοποίησε αυτό το μεγαλειώδες κοινωνικο - σεξουαλικό άλμα τρία χρόνια πριν οι γυναίκες στην Αμερική καταφέρουν να κερδίσουν το δικαίωμα στην ψήφο και περίπου ενενήντα χρόνια πριν το Ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ καταργήσει όλους τους νόμους για σοδομισμό.4
Για να υπερασπιστούμε το ιστορικό των αξιοσημείωτων προόδων για τις σεξουαλικές μειονότητες που έγιναν στην νεαρή Σοβιετική Ένωση είναι σημαντικό να αποτυπώσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι νίκες επιτεύχθηκαν. Η Ρωσία ήταν μία μισοφεουδαλική, πολιτισμικά καθυστερημένη και κατά κύριο λόγο αγροτική κοινωνία στην οποία οι καπιταλιστική βιομηχανία εντοπίζονταν σε λίγα βιομηχανικά κέντρα όπως η Αγία Πετρούπολη. Μόνο χυδαίοι μαρξιστές θα τολμούσαν να ισχυριστούν ότι υπό τέτοιες συνθήκες θα μπορούσε μια κοινωνία να κάνει το άλμα από την καταπίεση στην απελευθέρωση μέσα από μία ακλόνητη και χωρίς πισωγυρίσματα πορεία. Η κοινωνική πρόοδος είναι πιο πολύπλοκη και διαλεκτική απ’ ότι η γραμμική εξέλιξη προτείνει. Ο ρώσος επαναστάτης Λέον Τρότσκι με σαφήνεια καθόρισε το καθεστώς της προεπαναστατικής Ρωσίας: «Η ανάπτυξη της Ρωσίας είναι πρώτα απ’ όλα άξια παρατήρησης για την καθυστέρηση της. Ωστόσο η ιστορικά καθορισμένη καθυστέρηση δεν σημαίνει απλώς το να ακολουθείς την πορεία των πιο αναπτυγμένων κρατών με εκατό ή διακόσια χρόνια καθυστέρηση. Αντίθετα, προκαλεί έναν εντελώς διαφορετικό συνδυασμό για τον κοινωνικό σχηματισμό στον οποίο τα πιο εξελιγμένα επιτεύγματα του καπιταλιστικού οικοδομήματος και της καπιταλιστικής τεχνικής ολοκληρώνονται μέσα στις κοινωνικές σχέσεις της φεουδαλικής και προφεουδαλικής βαρβαρότητας, μετασχηματίζοντας και κυριαρχώντας αυτές και διαμορφώνοντας μία μοναδική σχέση ανάμεσα στις τάξεις.»5
Αυτός ο χαρακτηρισμός της συνδυαστικής και άνισης ανάπτυξης που περιγράφει οΤρότσκι σαν υπαρκτό φαινόμενο στην Ρωσία έκανε αναγκαία την έκκληση των Μπολσεβίκων για εξάπλωση της επανάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο, σε προβιομηχανικά και πολιτισμικά ανεπτυγμένα κράτη. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας μίας επιτυχημένης επανάστασης ήταν κεντρικός στην αντίληψη που είχαν ο Τρότσκι και ο Λένιν για το πώς οι αρχικές πρόοδοι θα μπορούσαν να επεκταθούν προκειμένου να μην καταστραφούν οι πρώτες προσπάθειες της νέας εξουσίας από τον εμφύλιο πόλεμο, την απομόνωση και τις κακουχίες. Τελικά, δεν ήταν η άσκηση λάθος πολιτικής από τους Μπολσεβίκους αλλά ο στραγγαλισμός της επανάστασης από τον ιμπεριαλισμό που οδήγησε σε αδιέξοδο και στην άνοδο του Στάλιν στην εξουσία.
Μια πρωτοποριακή ιστορία του φύλου και της σεξουαλικότητας στην Ρωσία, από τον Νταν Χίλι, πριν κατά την διάρκεια και μετά την επαναστατική περίοδο μας παρέχει νέα στοιχεία για τις τεράστιες κοινωνικές μετατοπίσεις σε ερωτήματα σχετικά με την σεξουαλικότητα τις οποίες προκάλεσε η επανάσταση6. Νομικά, πολιτικά και ιατρικά αρχεία εκείνης της εποχής καταρρίπτουν την αντισεξουαλική εικόνα για τον Μπολσεβικισμό που διαδόθηκε μέσω τουΧόλιγουντ με ταινίες όπως την κλασσική ταινία του 1939 με τίτλο Ninotchka στην οποία ο σκυθρωπός και σοβαρός σοβιετικός - μέλος του κόμματος - που τον υποδύεται η Γκρέτα Γκάρμπο, πολιορκείται από την γοητεία και το πνεύμα μίας ορμητικής αμερικανίδας. Με δεδομένο το εύρος της ιστορικής διαστρέβλωσης και των ψεμάτων αξίζει να αναπαράγουμε εκτεταμένα το φυλλάδιο του 1923 με τίτλο «Η σεξουαλική επανάσταση στην Ρωσία» που έχει γραφτεί από τον Δρ Γκριγκόρι Μπάτκις, διευθυντή του Ινστιτούτου Κοινωνικής Υγιεινής της Μόσχας:

«Η παρούσα σεξουαλική νομοθεσία της Σοβιετικής Ένωσης είναι απότοκος της επανάστασης του Οκτώβρη. Αυτή η επανάσταση είναι σημαντική όχι μόνο ως πολιτικό φαινόμενο, το οποίο διασφαλίζει την πολιτική ηγεμονία της εργατικής τάξης αλλά και για τις επαναστάσεις που προέρχονται από αυτήν και αγγίζουν όλους τους τομείς της ζωής...
Η σοσιαλιστική νομοθεσία της ρωσικής κομμουνιστικής επανάστασης δεν σκοπεύει να είναι προϊόν αμιγούς θεωρητικής γνώσης αλλά περισσότερο αντιπροσωπεύει το εξαγόμενο της εμπειρίας. Μετά την επιτυχή επανάσταση και τον θρίαμβο της πράξης επί της θεωρίας, οι άνθρωποι πρώτα αγωνίστηκαν για νέους σταθερούς κανονισμούς μαζί με τις οικονομικές πολιτικές. Ταυτόχρονα με αυτές δημιουργήθηκαν μοντέλα διαχείρισης της οικογενειακής ζωής και μορφές σεξουαλικών σχέσεων που απαντούσαν στις ανάγκες και τις φυσικές επιταγές των ανθρώπων...
Ο πόλεμος κινητοποίησε τις ευρείες μάζες, τα εκατό εκατομμύρια αγρότες. Οι νέες συνθήκες έφεραν μαζί τους μια νέα ζωή και ένα νέο όραμα. Την πρώτη περίοδο του πολέμου, οι γυναίκες κέρδισαν την οικονομική τους ανεξαρτησία τόσο στο εργοστάσιο όσο και στον αγρό ωστόσο πρώτη η Οκτωβριανή επανάσταση έκοψε τον γόρδιο δεσμό και αντί για μια απλή μεταρρύθμιση επαναστατικοποίησε εντελώς τους νόμους. Η επανάσταση δεν άφησε τίποτα να επιβιώσει από το παλιούς δεσποτικούς και απείρως αντιεπιστημονικούς νόμους· δεν βάδισε στο μονοπάτι της ρεφορμιστικής αστικής νομοθεσίας το οποίο με νομολογικές λεπτότητες ακόμα στηριζόταν στην ιδέα της ιδιοκτησίας στην σεξουαλική σφαίρα και τελικά απαιτούσε την απόδοση περισσότερων σεξουαλικών ελευθεριών στον άντρα εις βάρος της γυναίκας. Αυτοί οι νόμοι πάντα υπάρχουν όσο δεν λαμβάνεται υπόψη η επιστήμη.
Η σοβιετική νομοθεσία προχώρησε σε ένα καινούργιο προηγουμένως απάτητο μονοπάτι με σκοπό να ικανοποιήσει τους καινούργιους στόχους και τα καινούργια καθήκοντα της επανάστασης…
Τώρα, λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους αυτής της μεταβατικής περιόδου, η σοβιετική νομοθεσία βασίζεται στις παρακάτω αρχές:
Διακηρύσσει την απόλυτη μη ανάμειξη του κράτους σε ζητήματα που άπτονται της σεξουαλικής ζωής, εφόσον κανείς δεν τραυματίζεται και κανενός τα συμφέρονται δεν αποτελούν αντικείμενο σφετερισμού[η έμφαση στο πρωτότυπο].

Όσον αφορά την ομοφυλοφιλία, τον σοδομισμό και διάφορες άλλες μορφές σεξουαλικής ικανοποίησης, οι οποίες θεωρούνται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία σαν προσβολές ενάντια στην δημόσια ηθική η σοβιετική νομοθεσία αντιμετωπίζει αυτές ακριβώς όπως και εκείνες που αποκαλούνται “φυσιολογικές” συνευρέσεις. Όλες οι μορφές σεξουαλικής συνευρέσεις είναι προσωπικό ζήτημα. Μόνο όταν υπάρχει εξαναγκασμός καθώς και γενικά όταν υπάρχει τραυματισμός ή σφετερισμός των δικαιωμάτων ενός άλλου προσώπου τίθεται ζήτημα ποινικής δίωξης [η έμφαση στο πρωτότυπο].»7
Αυτή είναι μια μάλλον ασυνήθιστη διακήρυξη αρχών για οποιαδήποτε κοινωνία, πόσο μάλλον για μία που βρισκόμενη εν μέσω μιας παγκόσμιας εκρηκτικής κατάστασης επιχείρησε να επαναστατήσει και υπέμεινε τον εμφύλιο πόλεμο κατά την διάρκεια του οποίου εκατομμύρια πέθαναν, η πείνα ήταν εξαντλητική και η εκβιομηχάνιση εκτοξεύτηκε πίσω στα επίπεδα του 18ου αιώνα.
Προγενέστερα της επανάστασης, μία αδύναμη αστική τάξη που κατείχε και λειτουργούσε τα εργοστάσια υπό την εξουσία του τσάρου αν και είχε θέσει εκτός νόμου ανεχόταν εμπορικές συναλλαγές ποικίλου είδους με επίκεντρο το σεξ στα λουτρά και στους οίκους ανοχής των μεγάλων πόλεων σύμφωνα με τον Χίλι.8 Μία παράνομη γκέι υποκουλτούρα αναδύθηκε τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα στην Αγία Πετρούπολη και την Μόσχα μετά την χειραφέτηση των δουλοπάροικων το 1861 γεγονός που οδήγησε μεγάλους αριθμούς κυρίως νεαρών ανδρών σε αυτές τις πόλεις προς αναζήτηση δουλειάς στα εργοστάσια όπου και στεγάζονταν σε ιδίου φύλου κοιτώνες μακριά από την οικογένεια και σε μεγάλο βαθμό διαχωρισμένοι από τις γυναίκες.9 Οι περισσότερες καταγεγραμμένες περιπτώσεις «λεσβιανισμού» προέκυπταν ανάμεσα στις γυναίκες των ρωσικών οίκων ανοχής που εξυπηρετούσαν τον αρσενικό πληθυσμό αν και ένας μικρός αριθμός γυναικών «αγόραζε» σεξ από γυναίκες που εκδίδονταν.10 Αλλά εκτός από δεσμούς μεταξύ αντρών που άνηκαν στα ανώτερα στρώματα και ζούσαν μαζί, η ομοφυλοφιλία στην προεπαναστατική Ρωσία ήταν συνήθως υπόθεση που κρατιόνταν μακριά από τα μάτια της κοινωνία και ακόμη συχνότερα οι νέοι και πιο φτωχοί «πουλούσαν» σεξ σε μεγαλύτερους ή πλουσιότερους. Παρόλα αυτά ακόμα και η συναινετική επαφή τιμωρούνταν με εξορία στη Σιβηρία συμπεριλαμβανομένης και σκληρής εργασίας αν κάποιος μικρότερος σε ηλικία είχε ανάμειξη στην υπόθεση. Μισογύνικες αντιλήψεις για την σεξουαλικότητα των γυναικών, όπως και στην Ευρώπη, άφησε τις ομοφυλόφιλες σχέσεις των γυναικών χωρίς νομοθετική ρύθμιση· οι περιορισμοί της οικογενειακής ζωής μιας πυρηνικής οικογένειας καθιστούσαν σχεδόν ασσύλυπτους τέτοιους δεσμούς.
Η επανάσταση τα άλλαξε όλα αυτά. Το φυλλάδιο του Μπάτκις ούτε κατά διάνοια δεν ήταν απλά μια διακήρυξη προθέσεων· γνήσιες αλλαγές στην σεξουαλική στάση και συμπεριφορά-πέρα από την εξάλειψη του ποινικού κώδικα-συνέβησαν σαν αποτέλεσμα της μπολσεβίκικης επανάστασης του 1917. Μία ένδειξη είναι και το γεγονός της επιλογής των ατόμων που θα εκπροσωπούσαν την επανάσταση διεθνώς· ο ανοιχτά ομοφυλόφιλος Γκριγκόρι Τσιτσέριν ήταν υπουργός δημοσίων σχέσεων και υπηρέτησε σε αυτή την θέση από το 1918 μέχρι και το 1930 όταν παραιτήθηκε λόγω ασθένειας.11 Αυτός ο άνθρωπος δεν δρούσε στα παρασκήνια αλλά δούλεψε μαζί με τον αρχηγό του Κόκκινου Στρατού Λέον Τρότσκι στις διαπραγματεύσεις ειρήνης με την Γερμάνια στο Μπρεστ-Λιτόφσκ και του είχε ανατεθεί να είναι το πρόσωπο της επανάστασης στο εξωτερικό. Ο Τσιτσέριν ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, διπλωμάτης και επιστήθιος φίλος με τον πιο επιφανή ρώσο ομοφυλόφιλο ποιητή, τον Μιχαήλ Αλεξέεβιτς Κουζμίν, τον επιδεικτικά εξεζητημένο συγγραφέα του πρώτου γνωστού μυθιστορήματος σε οποιαδήποτε γλώσσα που παίρνει θέση υπέρ των ομοφυλόφιλων. Το μυθιστόρημα αυτό είχε τον τίτλο Φτερά.12








Πολλά έχουν ειπωθεί για την υποτιθέμενη διαμάχη ανάμεσα στον Λένιν και την υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας Αλεξάντρα Κολοντάι σχετικά με την σημασία του σεξ και της σεξουαλικής απελευθέρωσης. H Κολοντάι συνηγορούσε υπέρ του «ελεύθερου έρωτα». Ακόμα και ο Χίλι συμμετέχει με τις παρατηρήσεις του σε αυτή την συζήτηση: «Ο υπαινιγμός που ελλόχευε στις παρατηρήσεις του Λένιν για μια πολιτική που θα αφορούσε την χειραφέτηση των ομοφυλόφιλων επί σοσιαλισμού ήταν ότι αυτού του είδους ο “ελεύθερος έρωτας” θα έπρεπε να περιμένει (όπως και όλη η συζήτηση για την σεξουαλικότητα) μέχρις ότου η προλεταριακή επανάσταση να ανακατασκευάσει την υλική τάξη».13 Αυτή ωστόσο είναι μια μάλλον δύσκαμπτη ανάγνωση των σκέψεων του Λένιν που συμμορφώνεται με τον Ψυχρό Πόλεμο –και τον σταλινισμό-, παρωδεί τον Λένιν σαν έναν ασκητικό, παρά την συμπάθεια που έτρεφε για απολαύσεις όπως το κρασί, τα σπόρ και ναι ακόμα και την πολύ στενή σχέση με τις γυναίκες. Στα γράμματα του Λένιν το 1915 προς την Ινέσα Αρμάντ με την οποία διατηρούσε δεσμό έγραφε ότι η επανάσταση θα απελευθερώσει τον έρωτα «από τα εμπόδια που του θέτουν οι θρησκευτικές προκαταλήψεις, οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές, ο νόμος, η αστυνομία και τα δικαστήρια».14 Όταν επιχειρηματολογεί κατά της πριμοδότησης της οργάνωσης των εκδιδόμενων γυναικών αντί όλων των υπόλοιπων, οι επικριτές του τον κατηγορούν για βικτωριανή ακαμψία.
Ο σοσιαλιστής Ντάνκαν Χάλας περιγράφει τις συνθήκες που επικρατούσαν τα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση: «Μέχρι τον Μάιο του 1919 η κανονική παροχή καυσίμου στη ρωσική βιομηχανία είχε μειωθεί κατά 105%. Μέχρι το τέλος αυτού του χρόνου το 79% του συνόλου των σιδηροδρομικών γραμμών ήταν εκτός λειτουργίας και αυτό σε μία αχανή χώρα όπου οι μηχανοκίνητες μεταφορές στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτες. Μέχρι το τέλος του 1920 η παραγωγή όλων των εργοστασιακών αγαθών είχε πέσει στο 12,9% του επιπέδου που ήταν το 1913. Οι επιπτώσεις στην εργατική τάξη ήταν καταστροφικές. Τον Δεκέμβριο του 1918 ο αριθμός των εργατών της Πετρούπολης είχε πέσει στο μισό των επιπέδων ου 1916. Μέχρι τον Δεκέμβρη του 1920 η πόλη είχε χάσει το 57,5% του συνολικού της πληθυσμού. Στα ίδια τρία χρόνια η Μόσχα έχασε το 44,5% του συνολικού της πληθυσμού. Ο πόλεμος, η πείνα και ο τύφος ανάγκασαν και τους “κόκκινους” και τους “λευκούς” να επιτάξουν διάφορα αγαθά εξαφάνιση τέτοιων αγαθών όπως των σπίρτων, της παραφίνης και της κλωστής - αυτή ήταν η πραγματικότητα στην Ρωσία των χρόνων 1920-1921. Σύμφωνα με τον Τρότσκι σε κάποιες επαρχίες είχε αναφερθεί ακόμα και κανιβαλισμός.»15 Αν λοιπόν τοποθετηθούν σε κάποιο πλαίσιο τα «αισθήματα» του Λένιν εμφανίζονται λογικά.
Ένα γράμμα του Λένιν το 1920 προς την Κλάρα Τσέτκιν – το οποίο έχει αποκτήσει πολύ κακή φήμη - επικρίνει το χάος που επικρατούσε στην σεξουαλική ζωή των εφήβων κατά την διάρκεια της επανάστασης. Έγραφε ότι η σεξουαλική ικανοποίηση δεν έπρεπε να είναι «τόσο απλή και ασήμαντη όπως το να πίνεις ένα ποτήρι νερό».16 O Λένιν υποστήριζε ότι αντίθετα με αυτό οι μαρξιστές πρέπει να παλεύουν για την κοινωνική υπευθυνότητα και ειλικρίνεια ακόμα και στις πιο προσωπικές τους σχέσεις. Σε μια σοβαρή επίπληξη προς τους επικριτές του ο Λένιν αντέταξε: «Ο κομμουνισμός δεν υποτίθεται πως θα φέρει τον ασκητισμό αλλά την χαρά της ζωής και την ζωντάνια μέσα από μια πλήρη σεξουαλική ζωή».17 Ο Βίλχελμ Ράιχ, ένας ψυχολόγος των αρχών του 20ου αιώνα και υπέρμαχος της σεξουαλικής απελευθέρωσης και του μαρξισμού στην αρχή της καριέρας του αμφισβήτησε τις υπόνοιες που ήθελαν τον Λένιν σεμνότυφο. Ο Ράιχ περιέγραψε την έκρηξη που γνώρισε –κάτω από την εξουσία των Μπολσεβίκων- η διαμάχη πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν την σεξουαλικότητα και γράφει σχετικά με την σύγχυση που εκφράσθηκε από εργάτες και Μπολσεβίκους όσον αφορά την αδυναμία να τεθούν θεωρητικά ερωτήματα της σεξουαλικής επανάστασης προς εξέταση εξαιτίας των υλικών φραγμών που έμπαιναν από την φτώχεια και την απομόνωση της Ρωσίας.18











Ακόμα και αν οι επικριτές του Λένιν είχαν δίκιο όσον αφορά τις προσωπικές του απόψεις -κάτι που πιστεύω ότι δεν ισχύει - αυτό δεν μπορεί να διαγράψει την τεράστια πρόοδο που επέφερε η επανάσταση. Στην πραγματικότητα αν οι κατηγορίες που του επιρρίπτονται είναι σωστές, αυτό κάνει ακόμα πιο σαφές ότι η επανάσταση δεν ήταν κάποιο πραξικόπημα του Λένιν και μιας μικρής κλίκας, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά ένα μαζικό φαινόμενο στο οποίο οι διαμάχες και οι ανοιχτές διαφωνίες σχετικά με την διακυβέρνηση της νέας κοινωνίας κυριαρχούσαν όλη την πολιτική ζωή.
Όταν γράφτηκε ο καινούργιος ποινικός κώδικας το 1922, οι νόμοι για τον σοδομισμό, την αιμομιξία και την ηλικία συγκατάθεσης σε μια ερωτική πράξη δεν συμπεριλήφθηκαν. «Η σεξουαλική ωριμότητα επρόκειτο να καθοριστεί με εξέταση μίας προς μία των υποθέσεων που θα προέκυπταν και σε συμφωνία με ιατρική γνωμάτευση»19. Η πορνεία κατέστη ζήτημα δημόσιας υγιεινής, όχι έγκλημα, και ανατέθηκε σε έναν επίτροπο για την υγεία να αντιμετωπίσει τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες. Επίσης ενεργοποιήθηκαν πολιτικές κοινωνικής βοήθειας που πρόσφεραν σε γυναίκες και νεαρούς άντρες, που προηγούμενα εκδίδονταν, εναλλακτικές όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση και την οργάνωση της καθημερινής τους ζωής.
Ας αντιπαραθέσουμε τώρα την αντιμετώπιση των Μπολσεβίκων και του Λένιν με εκείνη της αναρχικής Έμα Γκόλντμαν που συχνά ηρωοποιείται ως η ανένδοτη ριζοσπάστρια όσον αφορά την σεξουαλική ζωή. Σ' ένα γράμμα της προς τον Χάβελοκ Έλις το 1924, η Γκόλντμαν επιτίθεται στην «στενότητα» ορισμένων από τις λεσβίες που συνάντησε, τις οποίες αποκάλεσε «τρελή παρτίδα» που με την προσκόλληση τους στις δικές τους συνθήκες καταπίεσης και τον αποκλεισμό από την συζήτηση όλων των άλλων ζητημάτων την ενοχλούσαν τρομερά».20Εκείνοι που γρήγορα υποδεικνύουν κάθε κριτική έκφραση του Λένιν πάνω σε ζητήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης -συχνά εκτός ιστορικού πλαισίου- πρόθυμα μας δίνουν πολλές αιτιολογίες για το ότι αυτή η κριτική που ασκούσε η Γκόλντμαν ήταν απόλυτα λογική στα πλαίσια των ευρύτερων δυνάμεων που συμμετείχαν στις επαναστατικές αναταραχές της εποχής της.
Τυπικό των σχολίων σχετικά με τον υποτιθέμενο ασκητισμό των επαναστατών, θέση που κυριαρχεί στις δουλειές των περισσότερων ιστορικών, είναι το σχόλιο της Αϊλίν Κέλι ότι «Ο επαναστάτης επρόκειτο να γίνει ένας άψογος μονολιθικός καταπιέζοντας όλα τα ιδιωτικά ενδιαφέροντα, συναισθήματα και τις φιλοδοξίες… Όχι μόνο η τέχνη, η λογοτεχνία και οι προσωπικές σχέσεις αλλά και όλες οι θεωρητικές αναζητήσεις, που δεν αφορούσαν άμεσα την επανάσταση, απαγορεύονταν ως μάταιο ξόδεμα χρόνου των υπερφίαλων ανδρών.»21 Εγείρεται ωστόσο το ερώτημα πώς ο Τρότσκι, αρχηγός του Κόκκινου Στρατού και στενότερος συνεργάτης του Λένιν, κατά την διάρκεια της επανάστασης έγραφε μελέτες για την τέχνη και την λογοτεχνία οι οποίες δημοσιεύθηκαν από την σοβιετική κυβέρνηση το 1924 και αργότερα εκδόθηκαν ως βιβλίο υπό τον τίτλο Λογοτεχνία και επανάσταση. Σε αυτό το έργο ο Τρότσκι, «ένας πλήρους απασχόλησης επαναστάτης», εκφράζει εξαιρετική οικειότητα με την ποίηση, την λογοτεχνία και όλα τα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο ίδιος αξιολογεί τα γραπτά ενός ανοικτά ομοφυλόφιλου ποιητή, του Νικολάι Κλιούεβ, χωρίς ποτέ να σχολιάζει με τον έναν ή άλλο τρόπο την σεξουαλικότητα του. Δεν είναι δικαίωμα να κρίνεται το έργο κάποιου για το περιεχόμενο του και όχι για την σεξουαλικότητα του ένας καθοριστικός και θετικός αποχωρισμός από την μακραίωνη παράδοση της αστικής τάξης;
Η επαναστατική Ρωσία επεδίωκε επίσης να σπάσει την στενότητα των φεουδαρχικών παραδόσεων με το να έρχεται σε επαφή με εκείνους τους ανθρώπους έκτος Ρωσίας που είχαν μελετήσει για χρόνια και είχαν τοποθετηθεί σε ερωτήματα που αφορούσαν την σεξουαλική ελευθερία. Μια αντιπροσωπεία σοβιετικών γιατρών και ερευνητών ταξίδεψε το 1921 στο Βερολίνο για να συναντηθεί με τον μεταρρυθμιστή Δρ Μάγκνους Χίρσφελντ στο Ινστιτούτο για την Σεξουαλική Έρευνα. Εκεί ζήτησαν να προβληθεί ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τον ομοφυλοφιλικό έρωτα και με έκπληξη διαπίστωσαν ότι είχε απαγορευθεί. Το περιοδικό τουΧίρσφελντ καταγράφει τις εντυπώσεις του υπουργού Υγείας Σαμάσκο: «Δήλωσε (ο Σαμάσκο) πόσο ευχαριστημένος ήταν που στην καινούργια Ρωσία η προηγούμενη ποινή εναντίον των ομοφυλόφιλων είχε τελείως καταργηθεί».22
Στις γυναίκες που ντύνονταν αντρικά για να περνιόνται για άντρες και υπηρέτησαν στον Κόκκινο Στρατό δόθηκαν θέσεις εξουσίας. Ο διευθυντής του Ινστιτούτου για την Νευροψυχιατρική Προφύλαξη στην Μόσχα την δεκαετία του ’20, Λεβ Ρόζενσταϊν κάλεσε «Λεσβίες, γυναίκες της πολιτοφυλακής και του Κόκκινου Στρατού, να του μιλήσουν για την ζωή τους» και ανακοίνωσε ότι «οι γυναίκες στην Σοβιετική Ρωσία μπορούν νόμιμα να πάρουν ονόματα ανδρών και να ζήσουν σαν άντρες».23 Ο Ρόζενσταϊν θεωρούσε ότι ήταν δουλειά του σαν ψυχίατρος να βοηθάει τους ασθενείς τους να δεχτούν την ομοφυλοφιλική τους επιθυμία - θέση πολύ προοδευτική για την εποχή της· εν αντιθέσει, η Αμερικάνικη Ψυχιατρική Ένωση διατήρησε στα βιβλία της την ομοφυλοφιλία ως ψυχική διαταραχή μέχρι το 1973.


Οι σοβιετικοί υπάλληλοι φαίνεται να είχαν πιο ευνοϊκή στάση απέναντι σε γυναίκες που ντύνονταν άνδρες και φέρονταν με έναν στερεοτυπικά ανδρικό τρόπο παρά απέναντι στους άνδρες που ντύνονταν σαν γυναίκες και μιμούνταν την γυναικεία συμπεριφορά· παρόλαυτα ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου είχε την έγκριση των δικαστηρίων. Η ανδρική θηλυκότητα θεωρούνταν από κάποιους κοινωνική οπισθοδρόμηση αλλά ο νόμος δεν επέμβαινε για να καταπνίξει όσους εκφράζονταν με αυτό τον τρόπο.24  Οι κλινικοί ψυχολόγοι ανοιχτά συζητούσαν τις πρακτικές κάποιων γιατρών να κάνουν επεμβάσεις αλλαγής φύλου. Το τμήμα υγείας της Μόσχας το 1928 ανακάλυψε ένα «τεράστιο αριθμό των περιπτώσεων» ενός γιατρού που «άλλαξε το φύλο και έκανε γυναίκες από άνδρες και το αντίστροφο, χρησιμοποιώντας μάλλον πρωτόγονες χειρουργικές μεθόδους.»25 Φαίνεται πως τους απασχολούσαν περισσότερο οι ηθικές και ψυχολογικές διακλαδώσεις της πρακτικής αυτής αλλά δεν την εξέταζαν από άποψη νομιμότητας.
Η Αλεξάντρα Κολοντάι περιέγραψε το 1921 τις εκρηκτικές αλλαγές που επήλθαν στις σεξουαλικές σχέσεις: «Η ιστορία ποτέ δεν ξαναείδε τέτοια ποικιλία διαπροσωπικών σχέσεων - ακατάλυτος γάμος και “σταθερή οικογένεια”, “ελεύθερες ενώσεις”, μυστική μοιχεία, ένα κορίτσι που ζεί ανοιχτά με την ερωμένη της σε αυτό που ονομάζεται άγριος γάμος, γάμος σε ζευγάρια, γάμος ανά τρείς ακόμα και ο περίπλοκος γάμος τεσσάρων ανθρώπων - χωρίς φυσικά να αναφέρομαι στις ποικίλες μορφές του εμπορευματοποιημένου σεξ.»26
Μέσα σε εβδομάδες από την στιγμή που οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία το 1917, κατήργησαν την πατριαρχική εξουσία μέσα στην οικογένεια μέσα από διατάγματα όπως εκείνο της: «Διάλυσης της οικογενειακής ζωής» το οποίο «αφαίρεσε την κυρίαρχη θέση του άντρα, έδωσε στην γυναίκα πλήρη δυνατότητα οικονομικού και σεξουαλικού αυτοκαθορισμού και διακήρυξε σαν αυταπόδεικτο ότι η γυναίκα μπορούσε ελεύθερα να καθορίζει το όνομα της, την κατοικία και την υπηκοότητα της.»27 Το να καταργηθεί η οικογένεια στους νόμους ήταν σχετικά απλό, αλλά δεν θα μπορούσε να πάει παραπέρα από αυτό αν δεν γινόντουσαν ευρύτεροι και μακροχρόνιοι αγώνες για να αλλάξουν οι υλικές και πολιτισμικές συνθήκες. Κάποιες κοινόχρηστες κουζίνες και κέντρα φροντίδας για παιδιά καθιερώθηκαν από το επαναστατικό κράτος ώστε να απελευθερωθεί η γυναίκα από το σπίτι, ωστόσο κάποιες γυναίκες που προηγούμενα η ζωή τους επικεντρωνόταν στην φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού ήταν απαρηγόρητες και ένοιωθαν τις ζωές τους κενές νοήματος.28
Ο Βίλχελμ Ράιχ υποστήριξε ότι μέρος της σεξουαλικής επανάστασης στην Ρωσία εμποδίστηκε από τον περιορισμένο χρόνο και τις εξίσου περιορισμένες υλικές συνθήκες που ήταν απαραίτητες για την ανακατασκευή της «μαζικής ψυχής» επειδή «ο υποκειμενικός παράγοντας δεν είναι απλά προϊόν των οικονομικών δυνάμεων» αλλά επίσης και «η κινητήρια δύναμη τους»29 Με άλλα λόγια υπάρχει μία δυναμική σχέση μεταξύ ιδεών και πραγματικότητας και ούτε ο χρόνος ούτε οι συνθήκες υπήρχαν για την πλήρη συνειδητοποίηση των επαναστατικών φιλοδοξιών. Οι προσπάθειες να αναμορφωθεί η οικογενειακή ζωή υπό μια νέα οικονομική και κοινωνική τάξη δεν περιορίστηκαν από το όραμα των μαρξιστών Μπολσεβίκων αλλά από τις αποτρεπτικές υλικές και κοινωνικές πραγματικότητες. Ο Τρότσκι προβληματιζόταν σχετικά με την οικογένεια στην επαναστατική Ρωσία στο βιβλίο του Προβλήματα της καθημερινής ζωής: «Δεν μπορείς να “καταργήσεις την οικογένεια”· πρέπει να την ανακατασκευάσεις. Η πραγματική απελευθέρωση των γυναικών είναι ασύλληπτη στην βάση της “γενικευμένης θέλησης”»30. Οι εναλλακτικές απέναντι στην παραδοσιακή οικογένεια ήταν ανεπαρκείς επειδή υπήρχε έλλειψη πόρων έτσι ώστε να παρέχεται εκείνο το είδος της δημόσιας φροντίδας των παιδιών, δημόσιες κουζίνες και πλυντήρια και άλλα μέσα απαραίτητα για το κτίσιμο μιας καινούργιας κοινωνίας.
Η έκπτωση της επανάστασης από τους αρχικούς της στόχους - συμπεριλαμβανομένου και της σεξουαλικής απελευθέρωσης - δεν ήταν εξαιτίας κάποιου προπατορικού αμαρτήματος της λενινιστικής ή μπολσεβικικής ιδεολογίας αλλά μάλλον λόγω των απίθανων συνθηκών που αντιμετώπισαν οι επαναστάτες. Η χρόνια απομόνωση από οποιαδήποτε άλλη επιτυχή σοσιαλιστική επανάσταση σε μία ανεπτυγμένη βιομηχανική χώρα και η οπισθοδρόμηση της σοβιετικής βιομηχανίας συνδυάστηκαν και επέφεραν πλήγματα σε όλα όσα είχε καταφέρει η επανάσταση μέχρι την δεκαετία του ’30. Όλοι οι μπολσεβίκοι που είχαν ηγηθεί της επανάστασης ήταν είτε νεκροί, εκτελεσμένοι, στην εξορία είτε στην φυλακή με μοναδική εξαίρεση τον Σταλιν που έδωσε πολιτική έκφραση και ηγεσία σε αυτό που επαρκώς ονομάστηκε αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ. Η μαζική αποβιομηχανοποίηση εξαιτίας του πολέμου, η πείνα, η έλλειψη στέγης στιγμάτισαν την καθημερινότητα των περισσότερων εργατών.
Μαζί με την επανακαθιέρωση της ιερότητας της πυρηνικής οικογένειας και της συμβατικής νόρμας όσον αφορά τα φύλα ήρθε και η επαναφορά της νομοθεσίας εναντίον του σοδομισμού το 1934. Ο Στάλιν ανέθεσε στον πολιτιστικό του εκπρόσωπο Μαξίμ Γκόρκι να παρέχει γραπτή δικαιολόγηση για αυτή την ανατροπή στην καθημερινή εφημερίδα Pravda. Δικαιολογώντας την επαναφορά της ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας ο Γκόρκι υποστήριξε ότι η ομοφυλοφιλία ήταν μια «μορφή αστικού εκφυλισμού» και χρησιμοποίησε την παρακάτω αποστροφή «Καταστρέψτε τους ομοφυλόφιλους και ο φασισμός θα εξαφανιστεί».31
Η άνοδος του σταλινισμού σήμανε το τέλος της εξουσίας των εργατών και μαζί με αυτό την ανατροπή των υλικών κατακτήσεων που επέτρεψαν στις σεξουαλικές μειοψηφίες και τις γυναίκες να ζουν ελεύθερα. Επειδή η ΕΣΣΔ βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Δύση τόσο στον στρατιωτικό όσο και στον βιομηχανικό τομέα χρειαζόταν περισσότερη εργατική δύναμη, η οποία απαιτούσε αντίστοιχα και υψηλότερους ρυθμούς γεννήσεων. Στις γυναίκες που έκανα περισσότερα παιδιά δίνονταν μετάλλια και μαζί με αυτό ήρθε και η αναπόφευκτη ανατροπή των σεξουαλικών ελευθεριών που δεν συνεπάγονταν την αναπαραγωγική σεξουαλική λειτουργία η οποία αναγκαστικά συνεπάγεται ετεροφυλόφιλη σχέση. Οι ζωές όλων των εργατών συρρικνώθηκαν και περιορίστηκαν, και οι ομοφυλόφιλοι γύρισαν πάλι σε μία ζωή μακριά από τα μάτια της κοινωνίας*.




Σημειώσεις
1. Αναφέρεται στο: Philip Foner, The Bolshevik Revolution: Its Impact on American Radicals, Liberals and Labor (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1967), σελ. 20.
2. Βλ: Igor S. Kon, The Sexual Revolution in Russia (Νέα Υόρκη: The Free Press, 1995) and Gregory Carleton, Sexual Revolution in Bolshevik Russia (Πίτσμπουργκ: University of Pittsburgh Press, 2005) για παράδειγμα των πιο εξόφθαλμων επιθέσεων σ' αυτά τα κεκτημένα.
3. Kon, Sexual Revolution in Russia, σελ. 59.
4. Οι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν το δικαίωμα του εκλέγειν, όπως έχει κωδικοποιηθεί στην δέκατη ένατη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ το 1920, μετά από δεκαετίες αγώνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατήργησε όλους τους νόμους εναντίον του σοδομισμού με 6 ψήφους υπέρ έναντι 3 κατά στο Lawrence του Texas στις 26 Ιουνίου 2003.
5. Leon Trotsky, Stalin (Νέα Υόρκη: Grosset and Dunlap, 1941), σελ. 422.
6. Dan Healey, Homosexual Desire in Revolutionary Russia: The Regulation of Sexual and Gender Dissent(Σικάγο: University of Chicago Press, 2001).
7. Αναφέρεται στο: Lauritsen and Thorstad, Early Homosexual Rights Movement, σσ. 71–73.
8. Healey, μέρος I, “Same-Sex Eros in Modernizing Russia,” στο: Homosexual Desire in Revolutionary Russia, σσ. 21–76.
9. ό.π., σελ. 29.
10. ό.π., σελ. 54.
11. “Capitalism and Homophobia: Marxism and the Struggle for Gay/Lesbian Rights,” στο: Donald Morton,(επιμ.), The Material Queer (Μπόλντερ, CO: Westview Press, 1996), σσ. 369–79.
12. Παρατίθεται στο: Healey, Homosexual Desire in Revolutionary Russia, σελ. 101.
13. ό.π., σελ. 112.
14. ό.π.
15. Duncan Hallas, “Toward a Revolutionary Socialist Party”, International Socialist Review, Ιούλιος - Αύγουστος 2002, σσ. 68–69.
16. Αναφέρεται στο: Wilhelm Reich, The Sexual Revolution: Toward a Self-Regulating Character Struggle(Νέα Υόρκη: Farrar, Straus & Giroux, 1974), σελ. 195 [Βίλχελμ Ράιχ, Η σεξουαλική επανάσταση, Ράππας, Αθήνα 1972, σελ. 309].
17. ό.π., σελ. 194 [Β. Ράιχ, ό.π.].
18. ό.π., σελ. 179.
19. Healey, Homosexual Desire in Revolutionary Russia, σελ. 122.
20. Kissack, Free Comrades, σελ. 187.
21. Αναφέρεται στο: Duberman, Vicinus, and Chauncey, Hidden from History, σσ. 352–53.
22. Healey, Homosexual Desire in Revolutionary Russia, σελ. 132.
23. ό.π., σελ. 141.
24. ό.π., σσ. 168–69.
25. ό.π., σελ. 169.
26. Alexandra Kollontai, “Sexual Relations and the Class Struggle”, 1921. 
27. Reich, Sexual Revolution, σελ. 170 [Β. Ράιχ, ό.π. σελ. 277].
28. ό.π., σελ. 161–67.
29. ό.π., σελ. 174.
30. Leon Trotsky, Problems of Everyday Life (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1994), σελ. 81 [στα ελληνικά: Λέον Τρότσκι, Προβλήματα της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Αθήνα 1980. Η αγγλική έκδοση περιέχει πολλά περισσότερα κείμενα από αυτά που κυκλοφόρησαν στη ρωσική έκδοση του 1923]
31. Αναφέρεται στο: Healey, Homosexual Desire in Revolutionary Russia, σελ. 189.
* Στο πρωτ:back to the closet [Σ.τ.Μ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ σχολιάζεις εσύ - Comment Here

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Contact Us

Name *
Email *
Subject *
Message *
Powered byEMF Web Forms Builder
Report Abuse