Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Δυο μέρες πριν φύγω.


Η ανέγερση της οικοδομής απέναντι, συνεχίζεται με ρυθμούς εντατικούς. Ίσως να είναι το μόνο κτήριο στην Αθήνα αυτή τη στιγμή που χτίζεται. Ποτέ δεν μου άρεσε να ακούω αυτές τις εργασίες μέσα από το σπίτι μου. Να τα καλουπώματα, να τα κομπρεσερ να η λασπουριά, οι φωνές των εργατών, το κλείσιμο του δρόμου. Ξεχνούσα πάντοτε πόσα σπίτια συντηρούνται από αυτήν και πως οι άνθρωποι που σφυρίζουν και κάνουν πλάκες μεταξύ τους, είναι χαρούμενοι γιατί δουλεύουν. Τώρα κι εγώ ακούω τα σκεπάρνια να χτυπάνε πρωί πρωί, χαράματα σχεδόν και ξυπνώ με μια αίσθηση αισιοδοξίας για τη συνέχεια. Όταν για κάποιο λόγο, που συνήθως είναι η βροχή, δεν υπάρχουν άνθρωποι να δουλεύουν εκεί και επικρατεί απόλυτη ησυχία στο δρόμο, τα σκιάζει όλα η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά. Σήμερα λοιπόν ήρθανε πάλι τα πουλιά της ελπίδας με τα σκεπάρνια. Μιλάνε μεταξύ τους μια άλλη γλώσσα από αυτήν που γνωρίζω, αλλά το σφυριγμά τους είναι διεθνές. Τραγουδούν άλλα τραγούδια από αυτά που άκουγα παιδί, αλλά οι φωνές τους είναι οικείες.


Όταν ερχόντουσαν στο σπίτι ο πατέρας και ο αδελφός μου, μετά από μια σκληρή μέρα δουλειάς κάτω από τον καυτό ήλιο, τα χείλη τους ήταν πρησμένα. Τα μάτια τους κόκκινα. Τα μαλλιά τους γεμάτα σκόνη και τσιμέντο. Τα ρούχα τους σκληρά σαν κολλαρισμένα και βρώμικα. Το βλέμμα τους άγριό και η διαθεσή τους περιπαιχτική. Έτρεχε η μάνα μου να τους στρώσει το τραπέζι για φαγητό, να τους φέρει ρούχα καθαρά για μετά το μπάνιο, να τους βάλει τις παντόφλες μπροστά τους, προσπάθησε να με μάθει να το κάνω κι εγώ, δεν τα κατάφερε. Ήμουν πολύ μικρή για να ξέρω τους λόγους που γινόντουσαν όλα αυτά. Ήθελα έναν λόγο να μου δώσουν, να μου εξηγήσουν με τα λόγια και δεν μπορούσε κανείς. Μισούσα τις στιγμές που ο αδελφός μου καμάρωνε για την αξιοσύνη του, συγκρίνοντας τον εαυτό του μαζί μου, εμένα την άχρηστη. Που άλλο δεν έκανα παρά να παίζω με τις κούκλες μου και να κρύβομαι πίσω από την πλάτη των συμμαθητριών μου για να μη με δει ο δάσκαλος και με σηκώσει στο μάθημα.

Ύστερα βρέθηκα μόνη μου στην Αθήνα. Ο πατέρας μου συνέχισε να χτίζει σπίτια στο νησί και ο αδελφός μου άλλοτε μαζί του άλλοτε χώρια έκανε το ίδιο, για όσο καιρό μπορούσε να το κάνει.
Εγώ στο μεταξύ είχα μάθει ότι οι ικανότητές μου ξεπερνούσαν τις ικανότητες μιας απλής εργάτριας, στα εργοστάσια απ' όπου ξεκίνησα την επαγγελματική μου πορεία, γινόμουν ο μηχανικός, ο τορναδόρος, ο κύριος μοχλός της παραγωγής, και οι εργοδότες μου πάντα μου έδιναν κάποια προνόμια έναντι των άλλων, ακόμα και τότε που τους έβριζα καπιταλιστές. Όσο πιο πολύ τους έβριζα εγώ, τόσο πιο πολύ μ' εκτιμούσαν εκείνοι και τόσο πιο μεγάλες ελευθερίες μου παραχωρούσαν. Συχνά πυκνά ξεχνούσα πως είμαι μια εργάτρια σαν όλες τις άλλες, και πως να μη το νιώθω έτσι, αφού ήμουν ανίκανη να ξυπνήσω πριν από τις δέκα το πρωί και πήγαινα με το πάσο μου για δουλειά στις έντεκα. Ήμουν ξενύχτης. Τις νύχτες καθόμουν κι έγραφα ποιήματα, ημερολόγιο, ή έκανα έρωτα τους καιρούς που βρισκόμουν σε σχέση. Την άλλη μέρα όμως, καθόμουν στη δουλειά μέχρι τις οκτώ το βράδυ. Ο εργοδότης μου είχε δώσει κλειδιά για να κλειδώνω το εργοστάσιο φεύγοντας κι εγώ τραγουδούσα δυνατά σαν τους εργάτες τώρα απέναντι, και τρόχιζα τις κατσαρόλες, ή κόλλαγα με την ηλεκτροπόντα τη βάση στα πλάγια τους για να μπουν τα χερούλια. Ή κάρφωνα με το πιστολάκι κάποια πολυθρόνα σε άλλο εργοστάσιο, για να φύγει το πρωί νωρίς. Ή αποφάσιζα να δουλέψω όλη τη νύχτα γιατί ένας συνάδελφος ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να προχωρήσει η παραγωγή από το πόστο του για να βρουν δουλειά οι άλλοι εργάτες την επόμενη μέρα στο τσαγκαράδικο. Ποτέ κανείς δεν παραπονέθηκε για την ώρα που έπιανα δουλειά, με είχαν μάθει και είμασταν όλοι ευχαριστημένοι.

Ύστερα ήρθαν κάποιες παράξενες μέρες, όπου εγώ είχα κουραστεί να είμαι το αντράκι της κάθε επιχείρησης, να βλέπω τα χέρια μου χαρακωμένα βαθιά από το σπάγγο των σαλονιών, η καμμένα από την ηλεκτροπόνα και σταμάτησα από τα εργοστάσια με την ελπίδα πως θα έβρισκα κάτι άλλο, που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το απολυτήριο του λυκείου που στο μεταξύ είχα πάρει από το νυχτερινό και κάποιες έξτρα γνώσεις. Και το βρήκα αυτό το κάτι άλλο. Όχι μία αλλά πολλές φορές. Δούλεψα επιμελήτρια διορθώτρια σε περιοδικό για μια σύντομη περίοδο, (Μην κοιτάτε που εδώ δεν δίνω σημασία και κάνω κάποια τρομερά λάθη ενίοτε, είναι από την κεκτημένη ταχύτητα να πω κι αφού πω να σηκωθώ από τη θέση μου και να φύγω). Τι κάνω εδώ; δίνω το επαγγελματικό μου βιογραφικό; όχι. Αλλά μου προκύπτει. Σ' αυτές τις επόμενες δουλειές που πήγα μετά την μεγάλη περίοδο της πατέντας, είδα πολύ μιζέρια, καχύποτους ανθρώπους, ανθρώπους που δεν είχαν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους και μην έχοντας ιδέα από δουλειά, δεν ήξεραν, δεν μπορούσαν να αξιολογήσουν το αποτέλεσμα της εργασίας σου. Ανθρώπους που στην είχαν στημένη στη γωνία για το παραμικρό λάθος, παράλειψη, για να σε επικρίνουν, να σε πουν απρόσεκτο, αδιάφορο, να σε βγάλουν άχρηστο, λες κι όλη τους η χαρά ήταν να ανακαλύπτουν άχρηστους να κατασκευάζουν εικόνες αχρήστων, να φεύγεις εσύ να έρχεται ο επόμενος, ή να φεύγεις και να μην έρχεται κανείς, όταν η περίοδος της φουλ ανάγκης περνούσε, όταν τα ξενοδοχεία πχ δεν είχαν δουλειά μετά το Σεπτέμβρη, μερικές φορές και αμέσως μετά τις 15 Αυγούστου, όταν στα σπίτια των δώδεκα δωματίων δεν προλάβαινες να τελειώσεις σε μία μέρα, όταν στο περιοδικό δεν πίεζες τους συνδρομητές τηλεφωνικά για να στείλουν τη συνδρομή ως επιμελήτρια διορθώτρια, όταν στο κάμπινγκ δεν έγλυφες την κυρία του κυρίου για να σε γουστάρει και δεν δεχόσουν το καψώνι της να καθαρίζεις την πισίνα μετά τη μία το μεσημέρι μέσα στον ήλιο, όταν στα ξενοδοχεία χάλασες πολύ απορρυπαντικό στα μπάνια, όταν στη σχολή με τα σεμινάρια δεν ήσουν σε τρία μέρη ταυτόχρονα, όταν ο ουρανός δεν ξημέρωσε γαλανός για τους εργοδότες σου αλλά κακός ψυχρός κι ανάποδος, καθρεπτίζοντας τους ίδιους.


Έτσι κύλησε η ζωή μου μέχρι τα πενήντα πέντε. Θα ήθελα να ξαναγύριζα στα εργοστάσια, εκεί που είχα την ελευθερία να τραγουδώ δυνατά και να πειράζω τους συναδέλφους μου, εκεί που ήμουν το πρόσωπο για όλες τις λύσεις, κι αλλού ήμουν αλλά ενώ το χρησιμοποιούαν δεν φάνηκε να το παίρνουν είδηση, εκεί που η δουλειά ήταν χαρά και διασκέδαση σκεπτόμενη συγκεκριμένους χώρους κι όχι τις μεγάλες βιομηχανίες που έχουν τους ανθρώπους σαν εξτένσιον μιας μηχανής, χωρίς φωνή και σκέψη.
Αλλά τα εργοστάσια έχουν κλείσει προ πολλού κι εγώ προ πολλού δεν είμαι το τσακαλάκι που θα σκαρφάλωνε στο εξωτερικό ασανσερ για να βάψει τους σωλήνες.
Όλα όσα έκανα στο παρελθόν ως γραμματειακή υποστήριξη δεν μετράνε γιατί δεν έχω τελειώσει λογιστικά ή το οικονομικό ή μια σχολή γραμματέως που σε καθιστά τον κατάλληλο άνθρωπο τυπικά και ποιος χέστηκε για τα ουσιαστικά.
Τα ξενοδοχεία ακόμα ζητούν καμαριέρες μέχρι τα τριανταπέντε και υπαλλήλους υποδοχής με τρεις γλώσσες.


Το περιστατικό με την τελευταία μου απόπειρα να εργαστώ στην hellas online ως τηλεφωνήτρια, προήλθε από την αντιπάθεια και το ρατσισμό της υπεύθυνης πιτσιρίκας εκεί πέρα, απέναντι στην ηλικία μου. Είδε μια θεία ανάμεσα στα άλλα πιτσιρίκια, κάπου δεν της ταίριαζε οπτικά, κάπου η θρασύτητα του βλέμματος μου την έφερνε σε δύσκολη θέση, κάπου ένιωθε πως δεν μπορεί να επιβληθεί σε μια τόσο μεγαλύτερη γυναίκα κι αποφάσισε να με αντιμετωπίσει σαν ηλίθια.
Ταρακουνήθηκε όταν της έδειξα την κάμερα όπου είχα καταγράψει τις κινήσεις της τα λόγια της και τον χώρο, το απαράδεχτο αυτό αχούρι που είμασταν στοιβαγμένοι, αλλά η αλήθεια παραμένει μία. Ήμουν η μόνη στην οποία μετά το τριήμερο είπε ότι δεν μπορεί να γίνει πρόσληψη, και δεν έγινε εξαιτίας της αποδοσής μου. Έγινε εξαιτίας της ηλικίας μου.



Έτσι λοιπόν αν το προσδόκιμο ζωής είναι τα 70-75 χρόνια, ένας άνθρωπος βγαίνει στα αζήτητα πολύ νωρίτερα και θεωρείται τυχερός αν μπορεί να δουλέψει, μετά τα πενήντα, να βρει δουλειά και να την κρατήσει, να φτάσει μέχρι τη σύνταξη. Δεν ευελπιστώ πως θα φτάσω ποτέ μέχρι τη σύνταξη δουλεύοντας. Εύχομαι μόνο να μη με προδώσει η υγεία μου για να μπορέσω να βοηθήσω το παιδί μου μέχρι να πατήσει στα πόδια του εκεί που πήγε να σπουδάσει και να ζήσει.
Βρήκα μια δουλειά σε ένα ξενοδοχείο. Κάποιος άνθρωπος έδωσε σημασία στο βιογραφικό μου και αγνόησε την ηλικία μου. Μένει να αποδείξω ότι έκανε καλά που επέλεξε εμένα. Δεν έχω ιδέα τι θα καταφέρω, σε τι προκλήσεις μπροστά θα βρεθώ, πόσο δύσκολα θα είναι τα πράγματα εκεί πέρα.



Έχω όμως ιδέα από τους εκβιασμούς της τράπεζας, του Κωτσόβολου, της Δεη, της ευδαπ, της hellas   online. Δεν σε αφήνουν ήσυχο, δεν τους ενδιαφέρει αν είσαι άνεργος, άφραγκος, ταπί. Τους ενδιαφέρει να συνεχίσουν να ενοχλούν να σε στείλουν μια γρηγορότερα, να σου πάρουν το σπίτι, και να συνεχίσουν να σε κυνηγούν άστεγο για να πάρουν αυτά που ο νόμος τους κατοχυρώνει, τη ζωή σου δηλαδή όλη.



Θα ήθελα να δω τις τράπεζες να πεθαίνουν πριν από μένα. Την hellas online να τινάζεται στον αέρα πριν από μένα, Τη Δεη να μην έχει δικαίωμα να σου κόβει το ρεύμα, το κράτος να λειτουργεί με προνοιακά κριτήρια, μία πουτάνα κυβέρνηση να σκεφτεί για μια φορά τον κόσμο που υποφέρει μέσα στη μιζέρια και την υποτέλεια που τον έριξαν όλες οι άλλες, αλλά δεν θα τα δω. Ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος.


Στην τελική ευθεία των εργασιακών χρόνων, είτε ζήσω να φτάσω είτε ψοφήσω, συναισθάνομαι πως η ζωή μου πέρασε από το ένα αφεντικό στο άλλο και χαϊρι δεν είδα.
Δεν θα υπάρξει δικαίωση άλλη, από το να μάθω πως το παιδί μου είναι καλά και κατάφερε να έχει μια ζωή πιο εύκολη από τη δική μου, με τα εφόδια που προσπάθησα να της δώσω όλα τα χρόνια.
Οι δικές μου χαρές από δω και πέρα θα βρίσκονται στα μικρά απλά πράγματα, όπως το ότι ξύπνησα άλλη μια μέρα και είμαι καλά, έχει λιακάδα, σχόλασα και μπορώ να απολαύσω ένα καφέ, δουλεύω και μπορώ να περιμένω ένα μικρό μισθό, με λένε για φαντάσου! κυρία Ελένη, κι αυτό το "κυρία" είναι το μόνο που κέρδισα χωρίς να ζητήσω, με έναν αγώνα ζωής για ένα γαμημένο μεροκάματο.
Αυτές οι κυρίες από τις άλλες, διαφέρουν. Αυτές δεν ξέρουν ότι είναι κυρίες, οι άλλες, το θεωρούν κεκτημένο δικαίωμα από γεννησιμιού τους.
Κατάλαβες ξαδέλφη; 



apo to blog :herinna

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ σχολιάζεις εσύ - Comment Here

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Contact Us

Name *
Email *
Subject *
Message *
Powered byEMF Web Forms Builder
Report Abuse